Πρόσφατα

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

  «Καμιά μοναξιά δεν είναι μικρή» | Ολοκληρώθηκε με μεγάλη συμμετοχή ο τέταρτος Ελεύθερος Διαγωνισμός Φωτογραφίας #04 του περιοδικού Palinodiae με θέμα «Η Μοναξιά». Ευχαριστούμε όλους όσους συμμετείχαν και με τον τρόπο τους στήριξαν...
Δοκίμια Show author Palinodiae

Η ερωτική πιστότητα του Πόε

Την κατάσταση του αιώνιου πένθους του Πόε, του απελπισμένου πένθους που απλώνεται πάνω σε μια ολάκερη ζωή, η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία δεν την ανέχεται. Το σεξουαλικό ένστικτο του Πόε, απωθημένο, μα όχι καταργημένο, επαναστατούσε.

Φαίνεται πως ο Έντγκαρ Πόε, που η αλκοολική του κληρονομικότητα δεν πρέπει να υποτιμηθεί, είχε μια ιδιοσυγκρασία κυκλοθυμική. Όλη του η ζωή ήταν μια μακριά εναλλαγή από καταστάσεις διέγερσης που έπαιρναν τη θέση καταστάσεων κατάπτωσης. Και οι δύο αυτές μεγάλ

ωναν σε ένταση καθώς η ηλικία προχωρούσε. Όταν ερχόταν η κατάπτωση, τότε έπινε αλκοόλ για να την εξουδετερώσει. Μα ούτε η αλκοολική κληρονομικότητα, ούτε η κυκλοθυμική του ιδιοσυστασία, που κατά ένα μέρος δικαιολογούν τη διψομανία του Πόε, είναι αρκετές για να εξηγήσουν το ψυχολογικό περιεχόμενο της νεύρωσής του. Μέσα σ’ αυτό πρέπει να ζητήσει κανείς την παρέμβαση βαθιών δυναμισμών του ενστίκτου.

Το σεξουαλικό ένστικτο, λοιπόν, του Πόε, δυσανασχετώντας εναντίον της απώθησης που του επέβαλε η οικογενειακή του ανατροφή, ζητούσε να ελευθερωθεί. Αλλά με ποιον τρόπο;

Ο Ρανκ στην ωραία μελέτη του για τον Δον Ζουάν, εμπνευσμένη από τις απόψεις του Φρόιντ, απέδειξε πως ο μεγάλος κατακτητής των γυναικών δε ζητά, κατά βάθος, σε κάθε γυναίκα, παρά μία μόνο. Τη μητέρα. Κι επειδή η ικανοποίηση της επιθυμίας αυτής είναι ακατόρθωτη, για τούτο βλέπουμε κάθε τόσο ν’ ανανεώνεται η απογοήτευση του Δον Ζουάν μέσα στην αγκαλιά κάθε καινούριας του κατάκτησης, και να πραγματοποιείται μια σύνθεση από γυναικείες «σειρές» όπου η μητέρα φανερώνεται στην άκρη, σαν ένα όριο απρόσιτο.

Αλλά σκεφτήκαμε, και τούτο ακριβώς με την ευκαιρία της μελέτης μας για τον Πόε, πως στην αστάθεια του Δον Ζουάν θα μπορούσε να προσθέσει κανένας κι ένα άλλο ελατήριο. Ίσως, μ’ όλο που τούτο μπορεί να’ χει κάτι από μια φαινομενική κοινοτοπία, θα έπρεπε να προσθέσει κανένας πως αν ο Δον Ζουάν, τόσο απελπισμένα, περνά και πετάει από μια γυναίκα σ’ άλλη, είναι για ν’ αποσπάσει τον εαυτό του από τη μητρική προσήλωση που τον τσακίζει, όσο και για να ξαναγυρίσει σ’ αυτή. Θα πω κάτι παραπάνω: το κίνητρο που σπρώχνει τον Δον Ζουάν στις γυναίκες είναι, πρώτα πρώτα, η τάση προς την απιστία. Το ίδιο αίσθημα που κάνει ν’ ανοιχτεί, με χαρά και με πάταγο, ένα παράθυρο στον ελεύθερο αέρα σ’ αυτόν που πνίγεται μέσα σε μια κάμαρα κλειστή όπου ο ίδιος αέρας περνάς και ξαναπερνά από τα πνευμόνια του.
Στην παιδική ηλικία τη γελασμένη από τη μητέρα, που αρνήθηκε στο παιδί το ολοκληρωτικό αισθησιακό δώρο, τον εαυτό της, που τ’ ονειροπόλησε, το αρσενικό παιδί, ο μικρός Δον Ζουάν στρέφεται προς τον προσιτό κόσμο για να γυρέψει εκεί άλλα είδωλα. Και φέρνει τότε, σε κάθε νέα κατάκτηση που επιδιώκει, κάτι σαν πρόκληση προς τη μητέρα που εγκατέλειψε.
Μα στο τέλος η μητέρα ξαναγυρνάει να το πάρει. Τότε είναι που παρουσιάζεται η προσήλωση του γιου προς τη μητέρα, που τόσο καλά έχει περιγραφεί από τον Ρανκ. Ο αυτοματισμός της επανάληψης που κυβερνά τη ζωή μας, ξεσπά. Η μητέρα που αποφεύχθηκε, ξαναπαρουσιάζεται κάθε φορά μέσα στη γυναίκα που κατακτήθηκε για να την αποφύγει, όπως το απωθημένο, στα συμπτώματα, ξαναφαίνεται μέσα σ’ εκείνον που το απώθησε. Σε κάθε γυναίκα που αγκαλιάζει ο Δον Ζουάν, ξαναγεννιέται η μητέρα. Και τόσο γιατί τη βλέπει σαν μητέρα, όσο και γιατί δεν τη βλέπει αρκετά σαν μητέρα, ο Δον Ζουάν πρέπει να την εγκαταλείψει για να συνεχίσει, δίχως τέλος, το απελπισμένο κυνηγητό για γυναικείες κατακτήσεις.
Τα έργα του Έντγκαρ Πόε μαρτυρούν για την ύπαρξη ενός τέτοιου διπλού μηχανισμού στην ψυχή του συγγραφέα τους. Τρία διηγήματά του το αποδείχνουν ιδιαίτερα: η Μορέλα, η Λιγεία, η Ελεονόρα.
Σε καθένα από τα τρία τούτα αφηγήματα, ο ποεϊκός ήρωας μας παρουσιάζεται σαν ένας σύζυγος τρελά προσκολλημένος σε μια παράξενη γυναίκα, σε κάποιον τόπο μακρινό πέρα από το πραγματικό διάστημα και το χρόνο. Ο σύζυγος αγαπάει τη γυναίκα του μ’ έναν έρωτα παθητικό και μαζί αιθέριο, κατά τον τρόπο που μονάχα ο Πόε ήξερε ν’ αγαπήσει. Μ’ έναν έρωτα, ξεσηκωμένο από την ασυνείδητη ανάμνηση που ο Έντγκαρ Πόε εφύλαξε για τον παιδικό του έρωτα προς τη μητέρα του, ύστερα από την απώθησή του. Αλλά σε λίγο, η μοίρα με το αδυσώπητο δάχτυλό της έρχεται να σημαδέψει την αγαπημένη γυναίκα. Μια εξαντλητική αρρώστια την κυριεύει, μαραίνεται σιγά σιγά και στο τέλος πεθαίνει. Απαρηγόρητος, ο ήρωας της ορκίζεται ένα αιώνιο πένθος. Ωστόσο, το πένθος αυτό είναι πάνω από τις φυσικές του δυνάμεις.

Στη Μορέλα, αυτός που χήρεψε αφοσιώνεται τόσο προσηλωμένα στην κόρη της μακαρίτισσας, ώστε ένα αίσθημα ένοχο, βαθύ και σκοτεινό, τον κυκλώνει. Στη Λιγεία και στην Ελεονόρα, οδηγεί στο βωμό μια άλλη γυναίκα. Τη Ροβένα ή την Ερμενγκάρντ. Η Ερμενγκάρντ μας παρουσιάζεται με αρκετή ομοιότητα προς τη μακαρίτισσα. Αντίθετα, η Ροβένα είναι προικισμένη με μια καλλονή αντίθετου προς τη Λιγεία τύπου. Τα μάτια της είναι μαβιά και τα μαλλιά της ξανθά, ενώ τα μάτια και τα μαλλιά της Λιγείας έχουν το χρώμα του κόρακα. Αλλά, μάταια, ο ήρωας προσπάθησε μια ολοκληρωτική απιστία προς την πεθαμένη. Δε θα της ξεφύγει. Η Ροβένα είναι χτυπημένη από το φανταστικό χέρι της Λιγείας που της κερνά το φαρμάκι της αρρώστιας που είχε η ίδια. Γίνεται όμοια μ’ αυτή, πεθαίνει σαν κι αυτή, κι αυτό το πτώμα της, στο τέλος, παραλλάζει στο πρόσωπο της Λίγειας.
Μέσα στη Λιγεία, ο διπλός μηχανισμός της πίστης μέσα στην απιστία, φαίνεται κατά τρόπο ολοκληρωτικό. Στη Μορέλα, ο τόνος είναι περισσότερο φερμένος προς τη μοιραία πίστη, από το λόγο της ομοιότητας της μορφής και του ονόματος της κόρης με τη μητέρα. Αντίθετα, στην Ελεονόρα, ο τόνος φέρνει πιο πολύ προς την απιστία. Με τη δικαιολογία της σπλαχνικής άδειας της νεκρής, ο ήρωας μπορεί να κρατήσει την Ερμενγκάρντ τη δεύτερη γυναίκα του. Αλλά το υποψιαζόμαστε. Τα ελατήρια της συγχώρεσης που δίνει η νεκρή, και που δε θ’ αποκαλυφθούν παρά μόνο «στον ουρανό», είναι, δίχως αμφιβολία, το πώς η Ερμενγκάρντ κατά βάθος ενσαρκώνει την Ελεονόρα.
Αλλά και στη ζωή του, ο Έντγκαρ Πόε στάθηκε όμοιος με τους ήρωες των διηγημάτων του. Προσηλωμένος στην ετοιμοθάνατη και νεκρή μητέρα του της παιδικής του ηλικίας, κουραζόταν σε προσπάθειες για να την αποφύγει. Κι όμως, δεν κατόρθωνε παρά να τραβολογάει την αλυσίδα του χωρίς να καταφέρνει να τη σπάσει. Η Βιρτζίνια, ο πιο μακρόχρονος δεσμός του, δεν έγινε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του παρά μονάχα σαν άρχισε να βήχει και να φτύνει αίμα, όπως άλλοτε η Ελίζαμπεθ. Μα όταν άρχισε να μοιάζει πολύ με τη νεκρή μητέρα του, αγριεμένος από την ομοιότητα τούτη, τρομοκρατήθηκε. Τρόμος του μεγάλου πειρασμού της παιδικής ηλικίας, τρόμος αιμομικτικός, και τρόμος, νομίζουμε πιο ειδικά, της σαδονεκροφιλικής πραγματοποίησης, προς την οποία το ένστικτό του την έσερνε. Επάνω σ’ αυτό τον τρόμο ακριβώς, ο Πόε άφηνε τη Βιρτζίνια κι επήγαινε στην ταβέρνα να πιει με άντρες, φεύγοντας κοντά τους την τρομερή φύση του ετεροσεξουαλισμού του. Έτσι κι όταν η Βιρτζίνια άρχισε ολοένα και να γίνεται πιο γοητευτική γι’ αυτόν, όσο δηλαδή εσίμωνε στο τέλος της, ερωτεύτηκε με μια ξαφνική σφοδρότητα, σαν για να λυτρωθεί, τη Φράνσις Όσγκουντ, το πρώτο από τα μεγάλα πάθη του τέλους της ζωής του.
Μα φτάνει να κοιτάξει κανένας το πορτρέτο της Φράνσις Όσγκουντ για να διαπιστώσει την καθολική ομοιότητα της φιλάσθενης ποιήτριας με τη φιλάσθενη θεατρίνα, τη μητέρα του ποιητή. Τα ίδια μεγάλα μάτια στο ίδιο μαραμένο πρόσωπο και, πιο πολύ, η ίδια φυματίωση.1
Μα όσο κι αν ο άντρας της Βιρτζίνια προσπάθησε ν’ αποφύγει την πρώτη τρομερή προσήλωσή του, αιμομικτική μαζί και νεκροφιλική, με την καταρρακτώδη του απιστία – από την Ελίζαμπεθ στη Βιρτζίνια κι από τη Βιρτζίνια στη Φράνσις Όσγκουντ – γι’ αυτόν η Λιγεία, δίχως τέλος έπρεπε να ενσαρκώνεται στη Ροβένα.

Θα μπορούσε κανένας να παρατηρήσει πως η παρόρμηση του Έντγκαρ Πόε στην απιστία τον παρακινούσε μερικές φορές σε γυναίκες ολότελα απρόσβλητες από φυματίωση ή από μαρασμό, όπως η Ελμίρα Ρόιστερ, η Μέρι Ντεβερό ή η Άνι Ρίτσμοντ. Στην παρατήρηση αυτή θα μπορέσουμε ν’ απαντήσουμε πως αυτές ακριβώς είναι οι περιπτώσεις όπου ο Πόε πλησίασε περισσότερο προς μια λύτρωση από την αθέμιτη σαδονεκροφιλική του προσήλωση. Αλλά τότε η αναστολή κάθε σεξουαλικότητας που είχε, αναλάμβανε, σπρώχνοντάς τον προς το πιοτό, να τον απομακρύνει από την όμορφή του, και να τον κρατήσει πιστό στην αγαπημένη του μητέρα, την ετοιμοθάνατη και νεκρή, μέχρι την ημέρα του θανάτου του.

Μαρία Βοναπάρτη

Μετάφραση: Άλλυ Δρακουλίδη

Facebook Comments

Αναζήτηση

Σχετικά Άρθρα

Italo Zetti

Italo Zetti

(1913-1978)   ΤΗΣ BEATRICE MASTRODONATO   Ανακαλύπτοντας τον Italo Zetti είναι μια ευχαρίστηση από κάθε άποψη. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς χαράκτες στον προχωρημένο 20º αιώνα. Ο Ίταλο Ζέττι...

Γλώσσα Σελίδας:

  • Greek
  • English

Κοινωνική Ιστορία

Κοινωνική Ιστορία