Πρόσφατα

Ελεύθερος Διαγωνισμός Φωτογραφίας

Ελεύθερος Διαγωνισμός Φωτογραφίας

με θέμα ανοιχτές συμμετοχές μέχρι 15 Αυγούστου 2018       Ο θεσμός του ανεξάρτητου περιοδικού Τέχνης & Γραμμάτων Παλινωδίαι πάνω στην Φωτογραφία, σας καλεί να συμμετάσχετε στον Ελεύθερο Διαγωνισμό...
Αφιερώματα Show author Δημήτρης Τρωαδίτης

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος

Πλήρης τίτλος:

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος:

Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μελετητής και εξεγερμένος

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος ήταν γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (Κωνσταντινούπολη 1815-Αθήνα 1891). Γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του 1843 στην Αθήνα. Ο Ιωάννης Ζερβός, αλλά και άλλοι βιογράφοι και ερευνητές, αναφέρουν ότι η οικογένειά του ήταν διακεκριμένη οικογένεια που καταγόταν από τη Βυτίνα Αρκαδίας Πελοποννήσου.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθήνας, από την οποία αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1866 σε ηλικία μόλις 23 χρόνων. Άσκησε από τότε το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το τέλος της ζωής του με ζήλο, όπως υπηρέτησε παράλληλα και την ποίηση με το ίδιο πάθος. Στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση και το θέατρο επιδόθηκε από τα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τη φιλοσοφική έρευνα. Φέρεται ως εσωστρεφής, απαισιόδοξος, αγέλαστος, ως άνθρωπος που απέφευγε τις πολλές συναναστροφές, κλεισμένος ως επί το πλείστον στον εαυτό του. Τις ελεύθερες ώρες του τις διέθετε στη μελέτη, αποκτώντας έτσι μεγάλη κλασική μόρφωση, πλήρη γνώση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του καιρού του και φανερή κλίση προς τις κοινωνικές, ηθικές και φιλοσοφικές επιστήμες. Λέει ο ίδιος:

Εγεννήθην εν Αθήναις την 8ην Σεπτεμβρίου 1843, εβραβεύθην δια την περί καθηκόντων πραγματείαν μου την 14 Σεπτεμβρίου 1861, δια τους Στόνους, λυρική συλλογήν, την 8ην Μαΐου 1866. Το πρώτον βιβλίον, το οποίον εδημοσίευσα δε είναι: Αι σκέψεις ενός ληστού. Δεν ειξεύρω αν το ανέγνωσες, το εδημοσίευσα δε εν έτει 1859. Είμαι δικηγόρος, ως γνωρίζεις, και κρατώ υπό μάλης δικογραφίας καθ’ άπασαν την ημέραν, υποκλέπτων ώρας του ύπνου καθ’ άς εργάζομαι εις φιλολογικά έργα. Αν δεν εφοβούμην μη σε πλήξω, ήθελον διηγηθή πόσας πικρίας υφίστανται οι άνθρωποι τω Γραμμάτων εν Ελλάδι

(Στον πρόλογο της έκδοσης Τα Άπαντα του Παπαρρηγόπουλου, 1897, εκδ. Γ.Δ.Φέξη).

Ο Χαράλαμπος Άννινος (για τον οποίο να σημειώσουμε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, η εργασία του με τίτλο «Δύο Έλληνες ποιηταί» αποτέλεσε τη βάση στην οποία στηρίχθηκαν όλες σχεδόν οι μετέπειτα μελέτες για τη ζωή και το έργο του Δ. Παπαρρηγόπουλου) μάς παρέχει στοιχεία για την όλη παιδεία του Παπαρρηγόπουλου:

Φύσει φιλομαθής, εγκύψας εις την μελέτην των αρχαίων συγγραφέων, ως εμφαίνεται εκ των έργων του και ιδίως των πεζών, καθώς και εις την ανάγνωσιν των περιφημοτέρων έργων των νέων φιλολογιών, απεθησαύρισε πλούτον γνώσεων και εφοδίων συντελεστικών εις την γεννιαοτέραν ανάπτυξιν του φυσικού του πνεύματος. Κατά προτίμησιν ησχολείτο εις την μελέτην συγγραμμάτων ηθικών και φιλοσοφικών.

Και παρακάτω:

…εκ της νεότητός του εμελέτα τον Πλάτωνα. Εκ των έργων του φαίνεται σαφώς ότι εμελέτησε πολλούς των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών, ιδίως τους Έλληνας τραγικούς. Εκ των Λατίνων είχε πιθανώς μελετήσει τον Λουκρήτιον, τον Σενέκα, τον Τάκιτον και είτινα άλλον. Αλλά και τα νεώτερα φιλοσοφικά συστήματα ήσαν οικεία εις αυτόν. Εις τους φίλους του ήτη γνωστόν, ότι εις τα τέλη του βίου του, καταγίνετο εις την μελέτην του Σπινόζα, βεβαίως δε και Σοπεχάουερ θα ήτο μεταξύ των προτιμωμένων του. Ο Βύρων, ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε, ο Χάινε, ο Young, ο Μυσσέ και ιδίως αι Confessions d’ un enfant de siecle, πιθανώς ο Baudelaire, εξ άπαντος ο Leopardi, κατελέγοντο μεταξύ των προσφιλών του συγγραφέων.

Ο Χ. Άννινος γράφει ότι οι μελέτες στις οποίες ενέσκυψε ο Παπαρρηγόπουλος ήταν αυτές που τον έκαναν απαισιόδοξο:

Αλλ’ η απαισιοδοξία του έχει τούτο το ιδιάζον, ότι δεν είναι επίπλαστος, όπως η των άλλων συγχρόνων και μιμητών του, είναι ιδική του γνησία, απόρροια των ιδεών και των αισθημάτων του. Αι θρησκευτικαί του πεποιθήσεις ισχυρώς κλονισμέναι, δεν δύναται να τον συγκρατήσουν.

Πίστεψε αρχικά στη λεγόμενη αθανασία της ψυχής και, μάλιστα, έγραψε και μια σχετική πραγματεία που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Παρθενών», αλλά μετά από λίγο χρόνο η αμφιβολία κλόνισε την πίστη του αυτή και οδηγήθηκε σε δοξασίες υπέρ του μηδενός που το θεωρούσε ως μελλοντικό όνειρο της ζωής, ως όπλο των ποιητών και άλλων διανοούμενων προς τη δυστυχούσα κοινωνία. Ίσως, βέβαια, στην υιοθέτηση των απόψεων αυτών από την πλευρά του να συνετέλεσαν, ξέχωρα από τις μελέτες του, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή αυτή, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από την εδαφική αύξηση της ελλαδικής επικράτειας με την ενσωμάτωση των Επτανήσων, τη συνεχιζόμενη αθλιότητα του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, την εκτεταμένη εξαχρείωση διοικούντων και μη, τη διαφθορά του πολιτικού βίου, ακόμα και την κοινωνική ληστεία για την οποία, άλλωστε, έγραψε και το κείμενό του Σκέψεις ενός ληστού. Το μόνο γεγονός αισιοδοξίας, η μόνη φωτεινή έξαρση που φαίνεται ότι συνέβη κατ’ αυτόν είναι η Κρητική επανάσταση. Να σημειώσουμε ότι το Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας το έγραψε και το κυκλοφόρησε όταν ήταν ακόμα μαθητής Γυμνασίου. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ο Νίκος Δανδής αναφέρουν ότι εκδόθηκε το 1861.

Ο Λ. Χρηστάκης λέει:

Το κείμενο περιγράφει με πολλή παρρησία τις απόψεις και την κοινωνική δραστηριότητα των ληστών και καταδικάζει την κοινωνία των ανισοτήτων. Είναι περίεργο, διότι ο Δημήτρης προερχόταν από εύπορη και παραδοσιακή οικογένεια και διότι ο πατέρας του εκτός από ιστορικός, εργαζόταν σε φιλο-Οθωνική εφημερίδα – το ΕΘΝΟΣ – ο δε παππούς του ήτο τραπεζίτης στην Κωνσταντινούπολη και ένας εκ των Φιλικών.

Ο δε Νίκος Δανδής γράφει:

…Ο Δημ. Παπαρρηγόπουλος, το «άτακτο παιδί»της εποχής του ήταν ένας ευαίσθητος ποιητής που δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί τις αυθαιρεσίες της Αυλής και της οικονομικής φεουδαρχίας που σαν ακρίδες του Φαραώ μάστιζαν το λαό που είδε πολύ γρήγορα τις ελπίδες του για μια συνταγματική διακυβέρνηση να διαψεύδονται. 

Αλλά ο Παπαρρηγόπουλος, αν και φαίνεται ότι επηρεάστηκε από όλο αυτό το φάσμα γεγονότων και καταστάσεων, εντούτοις δεν φαίνεται ότι έγραψε πατριωτικά ή παρόμοιας υφής ποιήματα και όσα έγραψε τέτοια είναι πολύ ελάχιστα. Αυτό επιβεβαιώνει και ένας άλλος μελετητής του έργου του και επίδοξος ανθολόγος του (με την έννοια ότι ο αριθμός των ποιημάτων που ανθολογεί είναι κατά πολύ μικρότερος από τον αριθμό των ποιημάτων που ανθολογήθηκαν μετέπειτα από άλλους μελετητές του έργου του Παπαρρηγόπουλου) ο Ιωάννης Ζερβός, ο οποίος γράφει:

Η απομάκρυνσίς του από τα πατριωτικά θέματα και την ελαφράν ερωτολογίαν, η εντονωτέρα κάθε άλλης προσπάθειά του προς φιλοσοφικόν λυρισμόν, νεώτερον, σύγχρονον, ανθρώπινον και όχι πατροπαραδότως θεολογικόν, όπως π.χ. ήτο συχνά ο λυρισμός των Σούτσων, η κατά το δυνατόν αποφυγή πολιτικών πεζολογημάτων, ο αντικειμενισμός – ιδού τα κύρια γνωρίσματα και τα χαρίσματα του Παπαρρηγόπουλου, τα οποία τον κάμνουν αρχηγόν και κορυφαίον του δευτέρου φιλολογικού ρεύματος που επεκράτησε ολίγον μεν χρόνον, αλλ’ αρκετά έντονα, ώστε να παρασύρη μακράν του ποιητικού μας εδάφους πολλά περιττά υπολείμματα της φαναριώτικης στιχουργίας. Και μαζί με τα γενικά αυτά χαρίσματα θα ηδύνατο η προσεκτική των στίχων του Παππαρρηγοπούλου ανάγνωσις να του αναγνωρίση κάποια άλλα μερικώτερα προσόντα, που τον κάμνουν πλέον συγχρονισμένον μας παρ’ ό,τι όλ’ οι άλλοι της εποχής του…

Το 1866 στη διδακτορική του διατριβή πραγματεύεται ένα αρκετά δύσκολο ζήτημα, το περί ποινών του Πλάτωνα, ενώ μετά από δύο χρόνια (1868) συμμετέχει σε διαγωνισμό του οποίου ο αθλοθέτης ήταν ο υποναύαρχος Νικόδημος, όπου βραβεύτηκε η πραγματεία του με τίτλο «Τα καθήκοντα του ανθρώπου χριστιανού και ως πολίτου». Την ίδια εποχή και καθώς ήταν εργατικότατος, έγραψε μια αρκετά αξιόλογη συνοπτική ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης η οποία, όχι μόνο ξεσηκώνει σάλο για τις ριζοσπαστικές απόψεις που υιοθετεί σε αυτήν, αλλά, όπως γράφει – και πάλι – ο Χ. Άννινος είναι «χρησιμωτάτη εις την διδασκαλίαν το μαθήματος εις τα κατώτερα σχολεία». Γράφει, ακόμα, μερικές άλλες πραγματείες για ιστορικά και φιλολογικά ζητήματα οι οποίες δημοσιεύονται στα διάφορα περιοδικά της εποχής και οι οποίες φέρουν πάντα «την σφραγίδα του εξεταστικού πνεύματος και της πολυμαθείας του». Μεταξύ αυτών των πραγματειών είναι και αυτή για τα Απόκρυφα Ευαγγέλια που παρουσιάστηκε από τον ίδιο σε επίσημη εκδήλωση κατά τη χειμερινή περίοδο του 1872 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Συνεχίζοντας, ο Χ. Άννινος γράφει ότι, πράγματι ο Δ. Παπαρρηγόπουλος – όπως και ο σύγχρονος, ομότεχνος και φίλος του Σπυρίδων Βασιλειάδης, με τον οποίο είναι τόσο κοντινοί φίλοι που τους αποκαλούσαν «Διόσκουρους» – είναι λυρικοί ποιητές, κάτι με το οποίο, όπως είδαμε στο προηγούμενο απόσπασμα, συνηγορεί και ο Ιωάννης Ζερβός.

Ο Χ. Άννινος σπεύδει ευθύς αμέσως να εκτιμήσει ότι:

ολίγα εκ των λυρικών του ποιημάτων δύνανται να θεωρηθούν ως άρτια, διότι εις όλα παρατηρούνται αι αυταί παρεκβάσεις, αι αυταί μεμψιμοιρίαι και ιδίως ο στερεότυπος εκείνος και αφόρητος οδυρμός» για να παραδεχτεί αμέσως ότι «υπάρχου εν τούτοις εις όλα περίπου τα ποιητικά του προϊόντα σποραδικώς όχι μόνο στίχοι ωραίοι, αλλά και στροφαί, και μέρη ολόκληρα, εις τα οποία η ρωμαλέα σκέψις μεταρσιούται τολμηρώς και αι έννοιαι είναι αδραί και αι εικόνες πρωτότυποι και η έξαρσις εξευγενίζει τον ρυθμόν και την φράσιν.

Το 1869 γίνεται μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», ο οποίος ιδρύθηκε το 1865 και το 1872 αριθμεί ήδη περισσότερα από 300 μέλη, συγκεντρώνοντας όλη σχεδόν την αφρόκρεμα του τότε λογοτεχνικού κόσμου. Ο Παπαρρηγόπουλος είναι από τα πλέον δραστήρια μέλη του «Παρνασσού», στη βιβλιοθήκη του οποίου είχε δωρίσει πληθώρα βιβλίων. Οι λογοτέχνες, ως η πλειοψηφία των μελών καθόρισαν σχεδόν ολοκληρωτικά το στίγμα του Συλλόγου τον πρώτο αιώνα της ζωής του. Ανάμεσά τους, εκτός από τον Δ.Παπαρρηγόπουλο, οι Σπυρίδων Βασιλειάδης, Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής και Αχιλλεύς Παράσχος. Ο Δ. Παπαρρηγόπουλος άρχισε να γράφει στίχους, όπως είδαμε, το 1864 και τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύτηκαν από φίλο του στο μηνιαίο λογοτεχνικό παράρτημα της εφημερίδας «Αθήναι». Ωστόσο, τα πιο αξιόλογα ποιήματά του άρχισαν να δημοσιεύονται κατά το 1866, χρόνο κατά τον οποίο σημειώνεται η «επίσημη» εμφάνισή του στα γράμματα όταν υποβάλλει στον πανεπιστημιακό Βουτσιναίο διαγωνισμό (από το όνομα του αθλοθέτη του Ιωάννη Βουτσινά, ο οποίος ήταν φιλόμουσος ομογενής από την Οδησσό) τη μικρή ποιητική συλλογή «Στόνοι» η οποία και βραβεύεται. Το 1867, υποβάλλει μια άλλη μικρή συλλογή με τίτλο «Χελιδόνες» που αποσπά έπαινο. Την ίδια εποχή, έρχεται στο φως και μια τρίτη, επίσης μικρή, συλλογή με τίτλο «Έτεραι ποιήσεις», για την οποία, όμως, δεν υπάρχουν διαθέσιμα χρονολογικά και άλλα στοιχεία. Ακολούθησαν οι επικολυρικές συλλογές «Ορφεύς» και «Πυγμαλίων» που κατατέθηκαν στον πανεπιστημιακό διαγωνισμό το 1868 και 1869 αντίστοιχα και από τις οποίες η πρώτη απέσπασε έπαινο. Όλα αυτά τα έργα εκδόθηκαν, επίσης, μέσα στα επόμενα έξι χρόνια, όπως και η συλλογή «Χαρακτήρες», που αποτελεί συλλογή «ιδιορρύθμων πεζών διαλογικών έργων, ηθικού ή κοινωνικού ως επί το πλείστον θέματος». Το 1869 εξέδωσε μια μονόπρακτη κωμωδία πολιτικού περιεχομένου, με τίτλο «Συζύγου εκλογή» η οποία μεταφράστηκε στα γαλλικά σχεδόν αμέσως από τον Αιμίλιο Λεγκράντ. Η κωμωδία αυτή μεταφράστηκε μετά από μερικά χρόνια – μετά το θάνατό του – και στα ιταλικά από τον Simone Bouver και ανεβάστηκε με επιτυχία στο Τορίνο. Το 1871 κυκλοφορεί το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Αγορά», όπου περιλαμβάνονται και μερικά ποιήματα.

Χαρακτηρίζει ο Χ. Άννινος το έργο αυτό:

έργον δυνατής εμπνεύσεως, ανώμαλον την κατασκευήν, υφής κάπως ασυνδέτου και ανίσου, αλλ’ υπέρ παν άλλο χαρακτηριστικόν της ιδιοφυΐας και των ιδεών του.

Και συνεχίζει:

Αλλ΄ η παραβολή του αρχαίου προς τον νέον κόσμον ευρεία και εμπεριστατωμένη υπάρχει κυρίως εις την Αγοράν. Ενώ όμως η αρχαιομάθεια του ποιητού τον βοηθεί να χαράττη εις το έργον του εικόνας ωραίας αληθώς και πλαστικάς του αρχαίου ελληνικού βίου, η αποστροφή του προ του νεώτερον και η προκατάληψίς του τον κάμνουν να μη προσέχη πολύ εις τα καθέκαστα της συγχρόνου ζωής και αι σκηναί δια των οποίων πειράται να χαρακτηρίση αυτήν είναι άτονοι, άκομψοι, μειρακιώδεις σχεδόν.

Να σημειωθεί, επίσης, ότι παράλληλα με όλη τη μελετητική, ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητά του, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή, εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, στην αρχή στο πλευρό και καθοδηγούμενος από το θείο του, διαπρεπή νομομαθή της εποχής και καθηγητή του Πανεπιστημίου Πέτρου Παπαρρηγόπουλου. Αργότερα, διορίστηκε και υπηρετούσε ως υπάλληλος της Εισαγγελείας Αθήνας.

Λέει ο Χ. Άννινος, ο οποίος γνώρισε προσωπικά τον Παπαρρηγόπουλο:

…πολλάκις ήλθα εις επαφήν μετ’ αυτού, αλλά χωρίς ποτέ ν’ αποκτήσω μεγάλην οικειότητα, τηρών πάντοτε την δέουσαν απόστασιν εκ σεβασμού προς την ανωτέραν ηλικίαν του και την αξίαν του. Άλλως τε και αυτός δεν ήτο ευεπίφορος εις ευκόλους γνωριμίας, και ο χαρακτήρ του ήτο περιεσταλμένος και ήκιστα διαχυτικός, η δε φυσιογνωμία του, άχαρις και στρυφνή, δεν ενεθάρρυνε την άμεσον εξοικείωσιν.

Και συνεχίζει:

Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος ήτο ιδιοσυγκρασίας νευρικής και σχεδόν υποχονδριακής. Περιστάσεις και θλίψεις ιδιωτικαί, των οποίων τινές δεν ήσαν άγνωστοι εις τους οπωσδήποτε οικειότερον προς αυτόν έχοντας, επέτειναν την φυσικήν του τάσιν προς την μελαγχολίαν.

Οι περισσότεροι από όσους έχουν ασχοληθεί με το έργο του Παπαρρηγόπουλου, λένε ότι κατείχε σημαντική θέση στην ελληνική λογοτεχνία που θα ήταν ακόμα σημαντικότερη εάν δεν πέθαινε νέος. Και πράγματι, ήταν από τους κορυφαίους ρομαντικούς του 19ου αιώνα, πεισιθάνατος και ελεγειακός και συγκίνησε πραγματικά στην εποχή του. Έγραψε μεν στην καθαρεύουσα, αλλά τα ποιήματά του εκφράζουν με ειλικρίνεια ένα βαθύ σπαραγμό ψυχής. Το ποιητικό του έργο διακρίνεται για το συγκινημένο στοχασμό, την απαισιοδοξία, και τον άκρατο ρητορισμό του.

Ο Κωστής Παλαμάς, στη μελέτη του με τίτλο «Πεζοί δρόμοι. Γ’ Κάποιων νεκρών η ζωή», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1934, αναφέρει:

Ανάμεσα στους ποιητάς που κρατήσανε στην Αθήνα τα σκήπτρα του τραγουδιού, από τα 1865 ίσαμε τα 1873, ο Παπαρρηγόπουλος ξεχωρίζει. Το μεγάλο ελάττωμα του καιρού του το έχει με το παραπάνω. Κακόγλωσσος και κακόμορφος… Η καθαρεύουσα του Παπαρρηγόπουλου δεν είναι η μαρμαροσκαλισμένη κομψογραφία του Ραγκαβή, δεν είναι η φροντισμένη ψυχρολογία του Βλάχου, δεν έχει το ρωμαντικό ψευτογυάλισμα της παρασχικής, ούτε την άχαρη αλυγισιά της βασιλειάδικης γλώσσας. Είναι κάτι πολύ δημοσιογραφικό και πολύ απεριοποίητο θεματογράφημ μαθητή που δεν τα βγάζει πέρα, ούτε που πολύ φροντίζει να τα βγάλει πέρα.

Αλλά παρ’ όλα αυτά, παραδέχεται και αυτός:

Ο Παπαρρηγόπουλος είναι ποιητής με χαρακτήρα, πέρα ως πέρα. Και μήπως ο χαρακτήρας δεν είν’ ένα από τα πρόσωπα που ντύνεται η θεία ομορφιά; Φιλόσοφος ποιητής, είτε πλαταίνει και φέρνει τα δικά του βάσανα ίσα με τα σύνορα του κοσμικού, είτε φορτώνεται στους ώμους του τα οσμικά βάσανα, μοιρολογώντας τα σα να ήτανε δικά του. Τα τραγούδια του, σφραγισμένα από την ίδια μαυροκόκκινη σφραγίδα του πεσσιμισμού…

Διαφωνούσε ο Παλαμάς με τον Εμμανουήλ Ροίδη ο οποίος σε άρθρο του με τίτλο «Αιτναίαι αναμνήσεις» (στο περιοδικό «Παρθενών») συγκρίνει τον Παπαρρηγόπουλο με τον Μπωντλαίρ. Ο Παλαμάς λέει ότι δεν βλέπει τίποτε που να δικαιολογεί μια τέτοια σύγκριση.

Είναι γνωστό ότι οι ρομαντικές υπερβολές της νεοελληνικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα προκάλεσαν πολύ γρήγορα αντιδράσεις, που διογκώθηκαν έντονα από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 και εκφράστηκαν κυρίως στις εισηγητικές εκθέσεις των πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών. Μέχρι να έλθει η στιγμή της λογοτεχνικής αξιοποίησης των ηθών και του λαογραφικού υλικού της αγροτικής ελληνικής επαρχίας και αρχίσουν να κυριαρχούν οι ρεαλιστικότερες επιλογές της γενιάς του 1880, η αντίδραση (όχι όμως και η ανατροπή) στο ρομαντισμό εκδηλώνεται με τη στροφή στον κλασικισμό. Πράγματι, στη δεκαετία του 1860 αρχίζουν να εμφανίζονται, συστηματικά και προγραμματικά, έργα με σαφή στροφή στον κλασικισμό ως αντίδραση στο ρομαντισμό, με κυριότερους εκφραστές τους ποιητές Δ. Βερναρδάκη, Άγγελο Βλάχο, Αλ. Βυζάντιο και Α. Ρ. Ραγκαβή και κύριο όργανο έκφρασης το περιοδικό «Χρυσαλλίς» (1863-1866) του Ειρηναίου Ασώπιου.

Παράλληλα όμως, μια ομάδα νέων ποιητών αντιδρά στις νεοκλασικιστικές υποδείξεις της συγκράτησης, του μέτρου και της αρμονίας και δημοσιεύει μια σειρά προκλητικών, συχνά σκόπιμα βλάσφημων και αθεϊστικών έργων, που επιδιώκουν να υπονομεύσουν το κυρίαρχο δόγμα της ελληνοχριστιανικής συνέχειας. Ο ρομαντικός αυτός πυρήνας συγκροτείται κυρίως γύρω από τους Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο, Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, Αχιλλέα Παράσχο και Κλ. Ραγκαβή και βρίσκει βήμα έκφρασης στα περιοδικά «Εθνική Βιβλιοθήκη» (1865-1873) και «Ιλισσός» (1868-1872). Η ιδιοτυπία αυτής της αντίδρασης είναι ότι εκφράζεται μέσα από έργα με θέματα από την αρχαιότητα (που οι υποθέσεις, δηλαδή, αντλούνται από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα), με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα ιδιότυπο μείγμα ρομαντικής έκφρασης μέσα σε κλασικιστικό ένδυμα, κάτι που χαρακτηρίζει, άλλωστε, μεγάλο μέρος του ελληνικού ρομαντισμού.

Στο ποιητικό έργο του Δ. Παπαρρηγόπουλου, συνδυάζεται η λατρεία για κάθε τι το κλασικό με το λυρικό ρομαντισμό καθώς φαίνεται ότι ήταν επηρεασμένος περισσότερο από την πεισιθάνατη διάθεση του Ιταλού ποιητή Τζιάκομο Λεοπάρντι (1798-1837) – ενός από τους σπουδαιότερους ποιητές της Ιταλίας, μαζί με το Δάντη, τον Πετράρχη, το Βοκάκιο και άλλους), που είχε διαδοθεί και στην ευρωπαϊκή ποίηση στην περίοδο της παρακμής του ρομαντισμού (εξ ου και ο όρος λεοπαρντισμός με τον οποίο τον χαρακτηρίζουν ο Παλαμάς και άλλοι μελετητές). Μαζί με τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη επονομάσθηκαν «πεισιθάνατοι» ή «ολοφυρόμενοι», εξαιτίας της μεγάλης απαισιοδοξίας που διαπνέει το ποιητικό τους έργο.

Παρ’ ότι, όπως είδαμε από τον Χ. Άννινο και τον Κ. Παλαμά, αρκετοί μελετητές αναγνωρίζουν ότι ο Δ. Παπαρρηγόπουλος, αν και παρουσιάζει μια κάπως φτωχή στιχουργική ικανότητα, εντούτοις είναι ο φιλοσοφικότερος και ο καλύτερος ποιητής από όλους τους συγχρόνους του. Και σήμερα ακόμη τα καλύτερα ποιήματά του, όπως είναι «Ο φανός του κοιμητηρίου» και ο «Ορφεύς», συγκινούν με την ειλικρίνεια του περιεχομένου τους και με την αρτιότητα της μορφής τους, αν και η απαισιόδοξη διάθεσή τους και η τεχνοτροπία τους είναι ξένες για την εποχή μας.
Ο ελληνικός ρομαντισμός –του οποίου ο Δ. Παπαρρηγόπουλος υπήρξε από τους βασικότερους εκπροσώπους– με φορείς έναρξής του τους Φαναριώτες λόγιους – αντλεί τα κύρια χαρακτηριστικά του από τη φυσική ζωή, την ελευθερία, τον αυτοσχεδιασμό, τη μελαγχολική διάθεση, το θάνατο και την απαισιόδοξη αντιμετώπιση του έρωτα, στοιχεία εν δυνάμει παρόντα στη λαϊκή παράδοση και τη δημοτική ποίηση. Οι μορφές, λοιπόν, που δημιουργεί, ανταποκρίνονται στο ευρύτερο πνεύμα και την ψυχική διάθεση μιας κοινωνίας που ανακαλύπτει την ταυτότητα και τις αρετές της, ενώ, την ίδια στιγμή, προσπαθεί να διαμορφώσει τη γλωσσική της ενότητα.

Στη βάση αυτή, βλέπουμε ότι από τα χαρακτηριστικά δείγματα της ρομαντικής τεχνοτροπίας είναι τα ποιήματα, τα «Ο Οδοιπόρος» του Παναγιώτη Σούτσου, «Δήμος και Ελένη» του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή και «Ο Φανός του Κοιμητηρίου Αθηνών» του Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου.

Το ποίημα «Ο φανός του κοιμητηρίου Αθηνών» του Δημήτριου Παπαρρηγόπουλου είναι γραμμένο σε γλώσσα καθαρεύουσα, που ρέπει προς τον αρχαϊσμό σε αρκετούς ρηματικούς τύπους και καταλήξεις ουσιαστικών. Ο Παπαρρηγόπουλος είναι συνεπέστερος στη μετρική του στίχου από τους δύο προηγούμενους ποιητές, ακολουθώντας απαρέκκλιτα την τεχνική του δεκαπεντασύλλαβου.

Όψιμα θανατολάγνος, καθώς γράφει στις ύστερες φάσεις της ρομαντικής περιόδου, παρομοιάζει «το παρελθόν ως σάβανον» και «τη λήθην κοιμητήριον», ενώ ολόκληρο το ποίημά του είναι δομημένο με αντιστίξεις, δίπολα, έννοιες που παλεύουν μεταξύ τους, όπως πένθος-ευτυχία, σκότος-φως, ζώντας-αποθανώντας, των οποίων το αντιφατικό ρομαντικό περιεχόμενο αντιτίθεται στο διαφωτισμό που κοιτάζει σταθερά προς την πλευρά της ζωής. Στραμμένος –όπως είδαμε– στο αρχαϊκό παρελθόν, θυμίζει έντονα τον προβληματισμό και τη μελαγχολία του Μίμνερμου, που αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα γηρατειά στο στίχο του «ιδού το μέλλον. η ρυτίς θωπεία του θανάτου». Τα ρομαντικά μοτίβα μέσω των οποίων εκτυλίσσονται τα δρώμενα ο τάφος, το νεκροταφείο, οι στεναγμοί, η απόλυτη εικόνα της αταραξίας απέναντι στο θάνατο, «Δεν τον φοβούμαι../..ατάραχος προσμένω» υποδηλώνουν μια ροπή προς το θάνατο, έντονη στη λογοτεχνία του ρομαντικού κινήματος. Ο ποιητής εμφανίζεται να βρίσκεται σε μια συνεχή εσωτερική διαμάχη, καθώς βρίσκεται σε ατομικιστική απόγνωση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τον ήλιο και τη νύχτα, το χρόνο και το θάνατο, τη μνήμη και τη λήθη, το παρόν και το παρελθόν, εν τέλει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.

Ίσως από όλα αυτά να οδηγήθηκε σε μια ιδιότυπη απεργία πείνας που τελικά τον οδήγησε στο θάνατο το 1873.

Συνολικά, ο Δ. Παπαρρηγόπουλος εξέδωσε τα παρακάτω έργα:
Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας (1859) μελέτη-πραγματεία
Στεναγμοί (1866) ποίηση
Η περί ποινής θεωρία του Πλάτωνος (1866) μελέτη-πραγματεία
Ποιήσεις (1867) ποίηση
Χελιδόνες (1867) ποίηση
Oρφεύς (1868) ποίηση
Τα καθήκοντα του ανθρώπου ως χριστιανού και ως πολίτου (1868) μελέτη-πραγματεία
Πυγμαλίων (1869) ποίηση
Συζύγου εκλογή (1869) κωμωδία
Σολομώντος άσμα ασμάτων (1869) θεατρικό
Χαρακτήρες (1870) ιδιόρρυθμο πεζό διαλογικό
Η αγορά (1871) θεατρικό
Πραγματεία περί των αποκρύφων Ευαγγελίων (1872) μελέτη-πραγματεία
Συνοπτική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (1879)
Έγραψε, επίσης, διάφορα άρθρα και επιστολές σε περιοδικά της εποχής του.

Άπαντα των έργων του που κυκλοφόρησαν μετά θάνατον ήταν τα Ποιήσεις (1884), Ανέκδοτα (1895), Τα Άπαντα του Παπαρρηγόπουλου (1897) και Τα Άπαντα (1915). Το Νοέμβρη του 2000 κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Ερμής», το Ανθολόγιο «Δ. Παπαρρηγόπουλος -Ποιήσεις», με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια Αλέξανδρου Αργυρίου.

Ακόμα, η μελέτη-πραγματεία του Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 1989 με προλεγόμενα και γενική ευθύνη του Λεωνίδα Χρηστάκη. Το ίδιο έργο επανεκδόθηκε το 1996 από τις εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος» με σύντομο πρόλογο του Νίκου Δανδή. Τόσο ο Λεωνίδας Χρηστάκης όσο και ο Νίκος Δανδής, αναφέρουν ότι ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος ήταν, επίσης, ο συγγραφέας του κειμένου με τίτλο «Αναρχία» που δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτέμβρη 1861 στην εφημερίδα «Φως» του Σοφοκλή Καρύδη και προκάλεσε σάλο και άμεση κινητοποίηση της αστυνομίας. Είναι ιστορικά διαπιστωμένο όμως ότι συγγραφέας του κειμένου αυτού ήταν ο Δήμος Παπαθανασίου –ο οποίος αναπλήρωνε το συντάκτη της εφημερίδας την ίδια εποχή- και όχι ο Δ. Παπαρρηγόπουλος.

Μια σχετική βιβλιογραφία για το έργο του περιλαμβάνει τα εξής έργα (κατά χρονολογική σειρά):

Σπ. Βασιλειάδης, Λόγος εν των κοιμητηρίω Αθηνών προ του νεκρού του Δ.Κ.Παπαρρηγοπούλου, 1873 περιοδικό «Παρθενών».
Χ. Άννινος, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, 1891 «Εστία».
Κ. Παλαμάς, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Ανέκδοτα έργα, 1894 «Εφημερίς»
Κ. Παλαμάς, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, 1897, «Ακρόπολις»
Camillo Cessi, Σάτυρα και απαισιοδοξία εις τα έργα του Παπαρρηγοπούλου. «¨Ελληνική Επιθεώρησις»
Κ.Ι. Δραγούμης, Βιογραφικά και ανέκδοτα ποιήματα Παπαρρηγοπούλου
Κ.Παλαμάς, Ένας λεοπαρδικός ποιητής (1913)
Α. Καμπάνης, Ο ποιητής Παπαρρηγόπουλος,
Γ. Ιωακείμ, Ο φιλόσοφος ποιητής Δημ. Παπαρρηγόπουλος, 1920
Χ. Άννινος, Δύο Έλληνες ποιηταί (1916)
Γιάννη Χατζίνη, Δημ.Κ.Παπαρρηγόπουλος (Απελπισία χωρίς διέξοδο) 1973
Ε.Μ.Αγγελομάτη, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, 1973
Μ.Γ.Μερακλή, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, 1977

Βιβλιογραφία:

Κ.Παλαμάς, Ένας λεοπαρδικός ποιητής 1913
Κωστής Παλαμάς, Πεζοί δρόμοι. Γ’ Κάποιων νεκρών η ζωή, Αθήνα το 1934
Χ.Άννινος, Δύο Έλληνες ποιηταί (1916)
Δ. Παπαρρηγόπουλος Ποιήσεις. Εκδ. Ο ανθολόγος Ερμής, Αθήνα 2000.
Ημερολόγιο Σκόκου 1878
Ημερολόγιο 1923
Λεωνίδας Χρηστάκης, προλεγόμενα στο Δ. Παπαρρηγόπουλος Σκέψεις ενός ληστού, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1989
Νίκος Δανδής, πρόλογος στο Δημήτρης Παπαρρηγόπουλος, Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος» 1996.

Συνέχεια Αφιερώματος: ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Facebook Comments

Αναζήτηση

Σχετικά Άρθρα

Το γυμνό του Jules De Bruycker

Το γυμνό του Jules De Bruycker

ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΛΥΔΑΚΗ Τα γυμνά του Βέλγου ζωγράφου και χαράκτη Jules De Bruycker καλύπτουν την περίοδο της καλλιτεχνικής του ωρίμανσης, περίπου από το 1925 ως το 1940, όταν και αρχίζει...

Γλώσσα Σελίδας:

  • Greek
  • English

Κοινωνική Ιστορία

Κοινωνική Ιστορία