Recent

Λογοτεχνία Show author Palinodiae

Το μήλο του Εμμανουήλ Ροΐδη

Εμμανουήλ Ροΐδης

Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Αρχείο:Royidis.jpg

Πρόκειται για χωρίο από το παραληρηματικό δοκίμιο του Εμμανουήλ Ροΐδη «Ορέστης και Πυλάδης», παρμένο από τα «Πάτεργα»¹, το οποίο επί της ουσίας είναι τα πρακτικά των σημειώσεων που κράτησε ο Όελσιχ, ένας Γερμανός στενογράφος – φίλος του Συριανού συγγραφέα, όταν ο δεύτερος κατά την επίσκεψή του στην Αίγυπτο πειραματίστηκε γύρω από το παρασκεύασμα των ανθών της Ινδικής κάνναβης προβαίνοντας σε έναν υπό επήρεια χασίς μονόλογο:

  Επάνω στο αποκορύφωμα της μάχης αναζητούσε ο Ορέστης τον Πυλάδη, προκειμένου κοντά του να νικήσει ή να πεθάνει• κι αφού διέσχισε πυκνό δάσος από λόγχες και ακόντια κατόρθωσε ύστερα από μύριους αγώνες να πλησιάσει τον φίλου του, που τον βρήκε να πατάει επάνω σε εκατό εχθρούς σκοτωμένους από τον ίδιο, αλλά πληγωμένο και αιμόφυρτο να παλεύει απελπισμένα ενάντια σε νέο σμήνος εχθρών. Ο Πυλάδης φαινόταν να βρίσκεται τόσο κοντά στον θάνατο, ώστε ο γιος του Αγαμέμνονα σταμάτησε να αποκρούει τα ξίφη που απειλούσαν το στήθος του, από φόβο μην τυχόν ζήσει αυτός και πεθάνει εκείνος, για τον οποίο ζούσε και μόνον• κι όταν είδε τον φίλο του να πέφτει, ενώ κι ο ίδιος ήταν μισοπεθαμένος, αφού κατόρθωσε να φτάσει σερνάμενος μέχρι τον νεκρό, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα, σαν να ήθελε να φυσήξει μέσα στα στήθη του την λίγη που του απόμεινε πνοή. Και οι δύο πέθαναν και θάφτηκαν εκεί.
  Μέσα στη γη, που έγινε παχύτερη από τα αγκαλιασμένα λείψανα, βλάστησαν ανάμεσα στα ξασπρισμένα κόκαλα δύο δεντράκια, που έδειχναν να βιάζονται να μεγαλώσουν γρήγορα, ώστε να αγκαλιαστούνε πιο σφιχτά με τα κλαδιά τους. Παρατηρήθηκε μάλιστα ότι την άνοιξη, τα γεμάτα από κάλυκες κλαδιά τους, έσκυβαν το ένα επάνω στο άλλο, σαν να επιδίωκαν, καθώς θερμαίνονταν με τη γλυκιά τους πνοή, να επισπεύσουν την άνθιση το ένα του άλλου. Τα άνθη με την ωραία μυρωδιά διαδέχθηκαν τα μήλα με το ωραίο χρώμα• αλλά τα μήλα ήταν θαυματουργά• εφόσον όποιος έτρωγε από τους καρπούς της μιας μηλιάς ένιωθε αμέσως μια ακαταμάχητη συμπάθεια γι’ αυτόν που έτρωγε από τους καρπούς της άλλης. Και στο αίσθημα αυτό υπήρχε και μία διάκριση• εάν δηλαδή οι μηλοφάγοι ήσαν του ίδιου φύλου, συνδέονταν με άρρηκτη φιλία, κι εάν ήσαν άνδρας και γυναίκα, γεννιόταν έρωτας που παρέμενε μέχρι τον τάφο. Τα ήθη των Ελλήνων ήσαν ακόμη αγνά και τα αποτελέσματα των μήλων διακεκριμένα με ακρίβεια.
  Ήταν τέτοια η γλυκύτητα των καρπών αυτών, ώστε όλοι οι δεντροκόμοι έσπευσαν να μεταμοσχεύσουν στους κήπους τους κλαδιά από τις μηλιές, που μεταβλήθηκαν γρήγορα σε μεγάλα και ωραία δέντρα. Κι εφόσον δεν άργησε να γίνει γνωστό το πλεονέκτημά τους, οι γονείς πριν ζευγαρώσουν τα παιδιά τους, έδιναν ένα μήλο του Ορέστη στην κόρη κι ένα του Πυλάδη στον γαμπρό, ο οποίος μπορούσε μετά το δείπνο να πάει χωρίς καμία ανησυχία στην αγορά ή το στρατόπεδο, χωρίς να κινδυνεύει από τους Αιγίσθους, όπως κι η σύζυγός του δεν είχε κάτι να φοβηθεί από το τραγούδι των σειρήνων της Λέσβου ή της Κορίνθου. Οι Θηβαίοι μάλιστα, που φύτευαν έπειτα από συμβουλή των σοφών τους στην παλαίστρα των νέων τέτοια δέντρα, μάζεψαν από αυτά όχι μόνον μήλα, αλλά και πολεμικά τρόπαια. Γνωστά είναι σε όλους τα κατορθώματα του ιερού τους λόχου, αλλά δεν είναι επίσης πασίγνωστο ότι η φιλία, η οποία συνέδεε και έκανε τους ήρωες αυτούς ανίκητους στις μάχες, προερχόταν από την μετάληψη σε σχήμα μήλου του σώματος του Ορέστη και του Πυλάδη.
  Τέτοια και μύρια άλλα, που μεγάλη θα έκαναν την αφήγηση, ήσαν τα κατορθώματα αυτών των καρπών. Αλλά είναι αδύνατον να κρύψουμε ότι μέσα στο πλήθος των καλών παρεισέφρησαν και μερικά παρατράγουδα. Έτσι ο βασιλιάς Κινύρας, που περιπλανήθηκε μέσα σε δάσος και έφαγε καρπούς ενός άγνωστου δέντρου, τόσο γλυκούς τους βρήκε, ώστε γέμισε τον κόρφο του και το βράδυ τους έδωσε στην θυγατέρα του την Μύρρα, κι από αυτό προέκυψε η αφορμή για το αθάνατο δράμα του Αλφιέρι και για τις επευφημίες και τα στεφάνια για την κυρία Ριστόρι. Αλλά και ο Ευρυπίδης και ο Ρακίνας οφείλουν στα μήλα αυτά τα πιο γυαλιστερά μαργαριτάρια του τραγικού τους στέμματος. Η αλήθεια είναι ότι η λάμψη των μαργαριταριών αυτών δεν είναι άσπιλη από ηθική άποψη. Το σφάλμα όμως είναι των μήλων ή των ποιητών αυτών, οι οποίοι αν και είχαν πρόχειρους τους Νίσους και τους Ευρύαλους, τους Φιλήμονες και τις Βαυκίδες, τους Σαβίνους και τις Εποπίνες και μύριους άλλους άσπιλους μηλοφάγους, αυτοί προτίμησαν να υμνήσουν την μητέρα του Μινώταυρου, η οποία έφαγε κατά λάθος μήλο από κήπο, στον οποίο είχε βοσκήσει ο πατέρας του σιχαμένου παιδιού;
  «Κάθε μέτρο είναι άριστο», έλεγε ο σοφότερος από τους παλαιούς σοφούς. Το ρητό αυτό εφαρμόζεται και στα μήλα, η κατάχρηση των οποίων έγινε όπως φαίνεται παρακάτω αιτία πρωτοφανών δυστυχημάτων. Έτσι τη νύμφη Ηχώ την αγαπούσε με πάθος ο ωραιότερος νεαρός εκείνης της εποχής, γιος του Κηφισού και της Λειριώπης. Αλλά η Ηχώ ανήκε στην κατηγορία εκείνων των γυναικών που αντί για καρδιά, κάτω από το αριστερό βυζί κρύβουν απολιθωμένο κράμα ματαιοδοξίας και φιλαρέσκειας, και οι οποίες ανέχονται να τις αγαπούν αλλά απεχθάνονται να ανταποδίδουν το ίδιο. Τέτοια όντας άκουσε για το προτέρημα των μήλων, πήγε στη Βοιωτία και έκοψε δύο από αυτά. Αλλά αντί να φάει το ένα και να δώσει το άλλο στον φίλο της, θέλησε να φουντώσει μόνον εκείνου τη φλόγα, ενώ η ίδια να μείνει ασυγκίνητη όπως και πριν. Πρόσφερε λοιπόν και τα δύο στον εραστή. Το τι συνέβη από αυτό, το διηγείται ο Παυσανίας. Ο χυμός του Ορέστη και του Πυλάδη, όταν κλείστηκαν παρά φύση μέσα στο ίδιο σώμα, άναψαν εκεί μια αδιέξοδη πυρκαγιά. Και φλογισμένος από αυτή ο δύστυχος Νάρκισσος λησμόνησε την Ηχώ, ξάπλωσε κοντά στο χείλος μιας λίμνης, και πέθανε εκεί, ανοίγοντας με απελπισία την αγκαλιά προς την εικόνα του εαυτού του. Την αισχρή όμως Ηχώ την τιμώρησαν οι θεοί και την μεταμόρφωσαν σε πέτρινο παπαγάλο.
Αλλά ακόμη πιο αξιοθαύμαστο το επόμενο θαύμα.
  Όταν ο Ερμής και η Αφροδίτη αποφάσισαν να ζευγαρώσουν τον γιό τους με την καλή ναϊάδα Σαλμακίδα, αντί να αρκεστούν στην τότε συνήθεια να προσφέρουν από ένα μήλο τους μελλόνυμφους, νόμισαν ότι σαν θεοί έπρεπε να κάνουν για τα παιδιά τους κάτι περισσότερο από το συνηθισμένο. Την παραμονή λοιπόν του γάμου ο τρισμέγιστος Ερμής, ως άριστος χημικός, κατέφυγε στα απόκρυφα της ερμητικής επιστήμης. Πήρε λοιπόν εκατό μήλα του Ορέστη και άλλα τόσα του Πυλάδη, κι αφού τα έστυψε κι έβγαλε το χυμό τους, τον πέρασε από δεκαεπτά αποστάξεις, μέχρις ότου κατάφερε να κλείσει μέσα σε δυο πολύ μικρά μπουκαλάκια όλη την ουσία των δύο δέντρων με τους όμορφους καρπούς. Το ένα μπουκαλάκι διατάχθηκε ο νεαρός να το αδειάσει μέχρι την τελευταία σταγόνα, ενώ το άλλο το πήγε η Αφροδίτη στη Σαλμακίδα, η οποία κατοικούσε σε απόσταση δέκα σταδίων, δίπλα στην ομώνυμη βρύση.
  Το αποτέλεσμα αυτού του παρασκευάσματος μπορεί ο καθένας να το μαντέψει, εφόσον πολλαπλασίασε δέκα χιλιάδες φορές όσα ειπώθηκαν παραπάνω για την θαυματουργή ενέργεια των μήλων. Στις φλέβες των μελλονύμφων αντί για αίμα κυκλοφόρησε ακαριαία υγρή φωτιά, και όρμησαν ο ένας στον άλλον σπρωγμένοι από το πάθος, όπως οι σφαίρες από το μπαρούτι. Την απόσταση των δέκα σταδίων που τους χώριζε την διέσχισαν σε διάστημα λίγων λεπτών, πηδώντας επάνω από φαράγγια και γκρεμούς και αναποδογυρίζοντας με τη φόρα τους διαβάτες, αγέλες, άμαξες και δέντρα. Όταν τελικά συναντήθηκαν σ’ έναν ερημότοπο κατάφυτο με ρείκια, η σύγκρουσή τους ήταν τόσο δυνατή και το αγκάλιασμά τους τόσο σφιχτό, ώστε τα σώματά τους αποτέλεσαν ένα αδιαίρετο σύνολο, το οποίο μάταια προσπάθησαν να διαχωρίσουν οι γονείς που κατέφθασαν. Το σύμπλεγμα των ενωμένων εραστών είχε δει στον ύπνο του και ο τεχνίτης που κατασκεύασε το περίφημο γλυπτό του Ερμαφρόδιτου στο Λούβρο.
  Σε άλλο λιθοξόο, όχι κατώτερο από τον προηγούμενο, συνέβησαν ακόμη πιο αξιοθαύμαστα από τα δίδυμα δέντρα. Οι αρχαίοι γλύπτες δεν έμοιαζαν με τους Συβαρίτες της σημερινής τέχνης, που περιορίζονται να αποτυπώνουν τα ινδάλματα της φαντασίας τους επάνω σε εύπλαστο πηλό και εμπιστεύονται στη συνέχεια σε χέρια μισθωτών την εργασία του μαρμάρου, αλλά κρατούσαν οι ίδιοι το σφυρί και το κοπίδι, μεταμορφώνοντας τους άμορφους όγκους σε ακτινοβόλους Απόλλωνες και τρισχαριτωμένες Νηρηίδες. Στην αρχή πότιζαν την σκληρή πέτρα μονάχα με τον ιδρώτα που έτρεχε από το μέτωπό τους, κι έπειτα μετρίαζαν την σκληρότητα και μείωναν τον κόπο με νερό ή ξύδι. Έτσι ο δικός μας αγαλματοποιός κοντεύοντας να ολοκληρώσει μετά από μια αγρύπνια πυρετού ένα άγαλμα της πεντάμορφης Αφροδίτης, είχε εξαντλήσει μέχρι την τελευταία σταγόνα το νερό της στάμνας. Μην έχοντας άλλο, κι ούτε θέλοντας να διακόψει την εργασία του, σκέφτηκε να μαλακώσει το παριανό μάρμαρο τρίβοντάς το με ένα μήλο, που του είχε περισσέψει από τα δύο, τα οποία αποτέλεσαν το λιτό του δέντρο.
  Το τέχνασμα πέτυχε θαυμάσια και το έργο ολοκληρώθηκε μέσα στη νύχτα• οι πρωινές ακτίνες του ήλιου φώτισαν μιαν Αφροδίτη τόσο ωραία, ώστε θα έλεγε κανείς ότι αυτή δεν ήταν πέτρα που ζωντάνεψε από αριστοτέχνη, αλλά αληθινή θεά με το βλέμμα, το χαμόγελο και τους παλμούς της καρδιάς της, που απολιθώθηκε. Ο καλός μας τεχνίτης, ο οποίος δεν ήταν ούτε λάτρης του εαυτού του ούτε εγωιστής, κατάλαβε αμέσως ότι στη διάρκεια εκείνης της νύχτας μια υπεράνθρωπη δύναμη είχε οδηγήσει τη σμίλη και το κοπίδι του, κι έτσι δεν θαύμασε το άγαλμα με αυταρέσκεια ως έργο των χεριών του, αλλά ως θεϊκή αποκάλυψη της γυναικείας ομορφιάς. Για πολλές ημέρες αρκέστηκε σ’ αυτό κι ήταν ευτυχισμένος να το θαυμάζει και να το λατρεύει. Έτσι είναι πάντοτε στην αρχή ο έρωτας• αντλεί τροφή από τον εαυτό του και νομίζει ότι μπορεί επ’ άπειρο να ζει σαν τα τζιτζίκια με δροσιά και τραγούδια. Αλλά όταν μεγαλώσει μεταμορφώνεται σε αχόρταγο θηρίο, που απαιτεί, σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο, φιλί αντί φιλιού.
  Όμως τέτοια ανταπόδοση δεν μπορούσε να έχει από μαρμάρινη ερωμένη ο απελπισμένος ερωτικά αγαλματοποιός, κι ούτε ήθελε να την ζητήσει από άλλη, εφόσον όλες οι γυναίκες του φαίνονταν ήδη σαν βέβηλες γελοιογραφίες του θεϊκού πρωτότυπου. Έτσι όλες τις ημέρες και τις νύχτες του ο δύστυχος τις πέρασε εμπρός στα πόδια του ειδώλου άλλοτε θαυμάζοντας την καλλονή, άλλοτε ρίχνοντας κατάρες ενάντια στην απάθειά της, και πότε πότε παίρνοντας στο χέρι ένα ρόπαλο, για να συντρίψει εκείνη που συνέτριψε την καρδιά του. Αλλά ενώ η αναμμένη από το μήλο του Ορέστη πυρκαγιά θέριζε τα σπλάχνα του δύστυχου, ο χυμός του άλλου, με τον οποίο είχε ποτιστεί το μάρμαρο, θαυματουργούσε κι αυτός με τη σειρά του συνεχίζοντας να μαλακώνει την πέτρα. Κι ένα πρωί, ενώ ο ετοιμοθάνατος πλέον τεχνίτης αποχαιρετούσε με ένα τελευταίο βλέμμα τη θεά, το θαύμα συντελέστηκε, το μάρμαρο κινήθηκε, η Αφροδίτη κατέβηκε από το βάθρο και κρεμώντας γύρω από τον λαιμό του γλύπτη ένα περιδέραιο από λευκά μπράτσα, ψιθύρισε στο αυτί του: «Ζήσε Πυγμαλίωνα!».

1.Τα «Πάτεργα» πρωτοδημοσιεύτηκαν σε ανεξάρτητο τόμο το 1885 με την επιμέλεια του Δ.Ι.Σταματόπουλου και αποτελούσαν συλλογή ατάκτων κειμένων του Εμμανουήλ Ροΐδη από το 1870.
Υποσημείωση: Τα δοκίμια από το πρωτότυπο δεν διορθώθηκαν ποτέ από τον Ροΐδη.
Μεταγλώττιση: Μάριος Βερέττας

Facebook Comments

Search

Relative Articles

No related posts
Italo Zetti

Italo Zetti

(1913-1978)   BY BEATRICE MASTRODONATO   Scoprire Italo Zetti è un piacere, in tutti i sensi. Egli è tra i maggiori xilografi italiani del secondo Novecento. Nasce a Firenze nel...

Language:

  • Greek
  • English

Social History

Social History