Πρόσφατα

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

  «Καμιά μοναξιά δεν είναι μικρή» | Ολοκληρώθηκε με μεγάλη συμμετοχή ο τέταρτος Ελεύθερος Διαγωνισμός Φωτογραφίας #04 του περιοδικού Palinodiae με θέμα «Η Μοναξιά». Ευχαριστούμε όλους όσους συμμετείχαν και με τον τρόπο τους στήριξαν...
Αφιερώματα Show author Palinodiae

Επιγραφές στην άσφαλτο

 

 

elsaer book

 

Επιγραφές στην άσφαλτο. 13 ποιήματα από την πρώτη προσωπική ποιητική συλλογή του Ανδρέα Ελ Σαέρ, 13 στροφές ενός έργου που σχηματίστηκε από την ζωοποιό αίσθηση του λόγου, ολοκληρώθηκε από τις συγκυρίες και ευαγγελίστηκε απ’ τον ποιητή, όπως γίνεται πάντα, σύμφωνα με το θυμικό και τη σύμπτυξη του νοήματος. Μέσα σε αυτή τη πομπή, εναλλάσσονται οι ιδέες του γράφοντος και μαρτυράνε τις λογοτεχνικές δοκιμές του.

 

 

 

yiannis kafouros _ palinodiae

 

 

«Γνωρίζοντας μία δεκαετία τώρα τη πρωτόλεια ύλη του Ελ Σαέρ», σημειώνει ο Γιάννης Καφούρος επιμελητής του βιβλίου, «και προσπαθώντας να μελετήσω με ένα συναισθηματικό ερευνητικό πρίσμα τη γραφή του, μπορώ πλέον να πω ότι έχω κατανοήσει κατά μεγάλο μέρος τη συγγραφική του τεχνική και τα χαρακτηριστικά του παρόντος ποιητικού έργου. Η συλλογή αυτή, που γράφτηκε μέσα σε μία τριετία, αρχομένης από το 2015, έχει διαφορετικές αφετηρίες όπως διαφορετικές αφετηρίες έχουν άλλωστε και τα ίδια τα ποιήματα αν τα δούμε σαν μεμονωμένα αυτοτελή έργα και όχι σαν πολλαπλά σήματα του ίδιου εκπομπού.»

 

 

5

Το παρακάτω κείμενο υπογράφει ο Γιάννης Καφούρος, που επιμελείται την έκδοση, και διαβάστηκε στα πλαίσια της παρουσίασης της Ποιητικής Συλλογής «Επιγραφές στην Άσφαλτο» στον Κοινωνικό Χώρο «Μπερντές» στις 24 Φλεβάρη του 2018. Το πάνελ αποτελείτο από τον ποιητή Ανδρέα Ελ Σαέρ (στη μέση), τον Γιώργο Καφούρο (αριστερά) και την Ιωάννα Μπιλίρη (δεξιά).

 

_____

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΦΟΥΡΟΥ

Τα ποιήματα όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο συγγραφέας, έχουν συλληφθεί και ολοκληρωθεί μορφολογικά, σε πόλεις τεσσάρων Χωρών: Αμβέρσα, Παρίσι, Αμμάν και Μεσσήνη – Βέλγιο, Γαλλία, Ιορδανία, και Ελλάδα. Το πείραμα, μια τελετουργική συνταγή που αντλεί απ’ τον μίτο της καθεμιάς τα απαραίτητα:

Απ’ την Ιορδανία, τον χαρακτήρα της νομαδικής καταγωγής, την Κασίντα και τα ποιητικά είδη των Μαυριτανών. Απ’ το Παρίσι την αφορμή και τον υπαρξισμό, την αντιπρόταση της μέθης – μέσα απ’ την Βαστίλη τη βία και τον συμβολισμό της φρίκης, τα άνθη του κακού και τα διανοήματά τους στον λόγο. Έξω απ’ αυτήν, τον συμβολισμό και τη μετάληψη του. Απ’ την Αμβέρσα «το οκνό» όπως το λέει κι ο Μπωντλαίρ «Βέλγιο» – μία ακριβή σοκολάτα που δεν γλυκαίνει τη μνήμη της θολής ανακωχής, τα λιβάδια της Φλάνδας, τις κόκκινες παπαρούνες και το επιβλητικό ύφος του μπαρόκ, απ’ την Μεσσήνη το φολκλόρ, τα λαθραία εμπορεύματα: φαγώσιμα, καρπούς και θέρισμα, αγκάθια, αχινούς, σινεμά και καλτ έρωτες, ευαίσθητα άνθη σε μία Άνοιξη που απέτυχε. Συναλλαγές στην τύχη.

Ο ποιητής σε όλη τη συλλογή περιδιαβαίνει αυτά τα σημεία. Η κάθε στροφή είναι και μία πόλη, κι αυτός: ο ζων, που αφήνει το στίγμα του, γεμάτος στοχασμούς και παρορμητικότητα.

Αυτό σημαίνει ότι η ποίηση που διαβάζουμε γράφεται στον δρόμο, ο τίτλος παρ’ όλ’ αυτά είναι «επιγραφές στην ΑΣΦΑΛΤΟ», κι αυτός είναι και ο πρώτος συμβολισμός που καταδείχνει «αυτό που δεν μπορεί να καταδείξει η Άνοιξη» όπως γράφει και στο ΑντιΠρολόγου: την πεζή και αστική πραγματικότητα δηλαδή.

Στις μητροπόλεις οι άνθρωποι είναι σημαδεμένοι από αμετάκλητα σύμβολα. Με ίδια εργαλεία και συνήθειες, μοιάζουν άμοιροι, χωρίς κανέναν θεό και καμία τύχη· μία βρόμικη ανάσα όλοι μαζί στον δρόμο, συφοριασμένοι.

 «είναι οι προσπάθειές μας» γράφει ο Καβάφης, «είναι οι προσπάθειες των συφοριασμένων σαν των Τρώων».

 

1

 

Ο Ελ Σαέρ, ακολουθώντας τη σιγουριά μιας πτώσης πνευματικής στην οποία πρωταγωνιστούν αντιήρωες της καθημερινότητας, μας μυεί σε έναν θρήνο ντανταϊστικό, σε έναν δρόμο όπου όλοι είναι φαγώσιμοι ανάμεσα σε φαγώσιμους, κι όπου όλοι επαφίενται σ΄αυτόν το βαρετό κανιβαλισμό. Η ποίηση του Ελ Σαέρ βασίζεται στα βαριά αποτυπώματα όλων αυτών των ηττημένων που ακολουθούν τον δρόμο τους, και οι συγκυρίες τα έφεραν έτσι, ώστε να είναι και ο προσωρινός δρόμος του ποιητή.

Στον δικό του Δρόμο, ο Σκαρίμπας θα γράψει:

«Οι άνθρωποι είχαν ηττηθεί,
μάταια οι σάλπιγγες τούς πρόσταζαν
την επάνοδο στο αίμα,
ηττημένοι και δειλοί (οι πριν άτρομοι)
τον σωστό είχαν βρει δρόμο
»

 

Εδώ δεν υπάρχει η φθορά του χρόνου, τα πρόσωπα είναι νέα και οι επιφανείς αρτιμελείς. Εδώ η φθορά είναι η τάξη, μια τάξη όμως που καθιερώνει το Ακίνδυνο. Ο ποιητής μπερδεύει εντέχνως αυτά τα πρόσωπα. Χάνει τα ίχνη τους όταν ο ίδιος βρίσκεται σε πλήξη, ενώ τα ξαναβρίσκει όταν ο ίδιος έχει να σηκώσει το βάρος της επιθυμίας.

Ο Ελ Σαέρ αποφεύγει τον διαλεκτικό χαρακτήρα. Καταγράφει τα αρχέτυπα και θίγει μαινόμενος την αιώνια παρακαταθήκη των θαμώνων: μια λάθος κατάσταση, το εγγενές, το αμετάκλητο, την αρρυθμία.

«ασύγχρονοι κούκοι ποντάρουν κάθε φορά στο ραντεβού με τη τύχη τους», ή «οι δούρειοι ίπποι τα κακέκτυπα βραβεία στα σχολείας της αποχής», ή «κάθε φορά η απόσταση, καμιά φορά η ανάγκη», και τέλος «η απουσία, και τα αστικά μπαλκόνια που δεν χωράω να κοιμηθώ».

Σε όλο αυτό το ψηφιδωτό, η λύτρωση μοιάζει να βρίσκεται σε ένα μόνο σημείο. Στην αιχμηρή κόψη κάθε υπαρξιακής αναζήτησης, εκεί που την αναζήτησαν όλοι οι σπουδαίοι προγενέστεροι. Απόλυτος και πρωτόγονος –  εφόσον προηγήθηκε της ποίησης·  ο Έρωτας.

Σε μια «αλμυρή λυτρωτική υγρασία» που δε θα γευτεί ποτέ κανείς στα εγκόσμια. Μέσα στις άλλες, μία γυναίκα και μία επιγραφή: ΓΙΟΛΑΝΤΑ.


«μισοανοιγμένα ενδύματα
κι εσύ σε θερινό σινεμά
να σκουπίζεις τον ιδρώτα απ’ το μπούστο σου»

 

γράφει ο Ελ Σαέρ.

 

Σε αντιπαραβολή, ο Καβάφης για τη δική του Γιολάντα:

«Σε μια γωνιά του καπηλειού,
σάρκας απόλαυσις
ανάμεσα στα μισοανοιγμένα ενδύματα.
Ίνδαλμα που τώρα ήλθε να μείνει
μέσα σ’ αυτήν τη ποίηση».

 

Ο έρωτας είναι Ένας, γεννήτωρ και πείθων, γι’ αυτό και σε ολόκληρη την συλλογή υπάρχει Ένα μόνο ποίημα γι’ αυτόν, και Μία μόνο Ιέρεια στο πρόσωπό του. Η Γιολάντα.

Μία νέα Γλυκέρα, που δημιουργεί σφορδό ερωτικό πάθος και που αρμόζει σε κάθε Άρπαλο να τη στέψει βασίλισσα και να της αφιερώσει μια Ωδή, να πλέξει ένα εγκώμιο επικίνδυνο.

«Με καίει η λαμπράδα της Γλυκέρας
που απ’ της Πάρου μάρμαρο φαντάζει πιο καθάριο
και με το απόκοτο της νάζι
κι η όψη η επικίνδυνη για όποιον τη κοιτάζει»

Διαβάζουμε στον Οράτιο απ’ το 1ο βιβλίο των Ωδών.

 

Η Γιολάντα λοιπόν έρχεται σαν άλλη Διοτίμα, μέσα σε έναν βρομερό αρσενικό οχετό από τον οποίο δεν ξεφεύγει ούτε ο Ποιητής, να τον διασώσει απ’ αυτή την αρρώστια που ταλαιπωρεί το πνεύμα και την στασιμότητα.

Δεν είναι τυχαίο ούτε που στο εντελώς ανδροκρατούμενο Συμπόσιο η Διοτίμα είναι η μόνη γυναίκα που κατονομάζεται, ούτε που η ίδια ήταν υπεύθυνη του καθαρμού στον αντίστοιχο μεγάλο λοιμό που έπληττε τους Αθηναίους τον 5ο αιώνα π.Χ.                                                                      .

Ο περιπλανώμενος ποιητής, με τον ιδρώτα του Έρωτα υπό μάλης, και υπονοώντας ίσως τον ίδιο του τον εαυτό σε τίτλους όπως «Επισκέπτης», και «Περαστικός» συνεχίζει την οδύσσεια οδοιπορία του.

4

Αν θέλουμε να προσδιορίσουμε τον ποιητικό τόπο και να τον χαρτογραφήσουμε, τότε το μοναδικό σημείο αναφοράς είναι η Βαστίλη. Εδώ όμως, η «Βαστίλη» είναι ένα παραφραστικό κειμήλιο γονιμότητας, ένα υβριδικό σύμβολο άγονου άστεως και προσαρμοστικών σχέσεων.

Μέσα δε βρίσκεται πλέον ο Καλιόστρο, ο Βολταίρος κι ο Ντε Σαντ, αλλά οικοδόμοι, φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι και γριές με πομ πομ.

Η κατηγορία του εγκλεισμού είναι μεν μία παραβολή – ένας απαράβατος νόμος που περιγράφεται απ’ την θνησιμαία στιχομυθία: «κύριε Διευθυντά η γάτα σας πέθανε», ΑΛΛΑ τα στοιχεία της κατηγορίας είναι γνωστά τόσο στους ίδιους όσο και στους συνδαιτυμόνες, διαφορετικά ο γράφων θα ήταν έγκλειστος με μια σιδερένια μάσκα βιδωμένη στο κεφάλι, σαν τον πρωταγωνιστή του Δουμά στο «Σιδηρούν Προσωπείο».

 

Όλοι «Οδηγούµαστε στον θάνατο — περπατώντας πάνω στην άσφαλτο που φτιάξαµε εμείς οι ίδιοι·» όπως γράφω και στο ΑντίΠρολόγου με τα λόγια της Βολταιρίν ντε Κλερ, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί «και οι νεκροί πολιτεύονται»¹ όπως κλείνει ο Ελ Σαέρ την συλλογή αντλώντας από μία ακόμη προσωπική στιγμή, σφηνώνοντας σαν τελεσίδικο, τα τελευταία πραγματικά λόγια ενός φίλου κι εκδότη, που πλέον δεν είναι κοντά μας.

Ο Ελ Σαέρ, μες στους συγγραφικούς του πειραματισμούς χρησιμοποιεί και έναν σύγχρονο Μιμίαμβο, ένα σκωπτικό λογοτεχνικό ύφος που έχει τον χαρακτήρα του Μίμου – των αντιπροσωπευτικών δηλαδή τύπων ανθρώπου και όχι των ιστορικών και επωνύμων, σκιαγραφώντας χωρίς εξιδανίκευση τον παραλογισμό ενός σύγχρονου κοινωνικού ιστού. Αντί παραδείγματος χάριν να μιλήσει για τον «Τάδε» (επιφανή κατά τ’ άλλα σκηνοθέτη) ή τον «Δείνα» (γνωστό κατά τ’ άλλα μουσικό/ποιητή/ζωγράφο), μιλάει για τον «σκηνοθέτη», αυτόν τον άγνωστο Κανέναν που δε βλέπει παρά να σκηνοθετεί, συνεκδοχικά: για τον «κομπάρσο», τον «φίλο», τον  «φοιτητή», την  «γριά», τον «λούστρο», τον «τυχοδιώκτη»·  γενικά.

Ενδεικτικά παραδείγματα: το «Πλοκή» –  πρώτο ποίημα της συλλογής, το «Προπαγάνδα» κ.ά.

Ο Πικάσο έλεγε τον Ζακ Πρεβέρ ‘’ζωγράφο της ποίησης’’. Ένα κομμάτι πίτας για τους απογόνους, απ’ αυτά που αφήνουν οι γενναιόδωροι μεγάλοι των τεχνών, ανήκει σε αυτήν εδώ τη δοκιμή.

Ο Ελ Σαέρ εισάγει ποιητικά ψηφία, (χαρακτήρες, αντικείμενα και εργαλεία) δημιουργώντας έναν ποιητικό Πουαντιγισμό (δηλαδή σημεία, που το ένα διαδέχεται το διπλανό, αναμεταξύ τους μπερδεύονται και ο αναγνώστης επηρεάζεται από όλα τα διπλανά σημεία). Ένα θέμα που αποτελείται από πολλές λέξεις, και που η καθεμία μόνη της έχει μία δυναμική, μία μικρή μορφή και ένα συγκεκριμένο νόημα, μέσα σε όλο τον σχεδιασμό της στροφής. Αυτές οι κουκίδες λέξεων συνθέτουν σε σύνολο τα κάδρα του ποιητή.

[…]

τα αρώματα της πλάνης,

Ντουέτα και ασημένιες κασετίνες.

Βερνίκι και άσπρο νήμα να πνίγει τις αλήθειες,

σε λιμάνι δεμένο με καραβόπανα το σκυλί,

λάμπες πολύχρωμες παρουσιάζουν τους κυματοθραύστες,

οι φούντες που εκλάπησαν

φουσκωμένα μπαλόνια

και άδεια κρασοπότηρα· […]

 

Αυτή η ζύμωση λέξεων μέσα σε μία σαδιστική λειτουργία της πόλης, ολοκληρώνει τη ποιητική συλλογή του Ελ Σαέρ, ο οποίος σημειώνει συμβαίνοντα και τεκταινόμενα με τον τρόπο της Brut Art, καταγράφει με οίστρο, γεννάει και περιχαρακώνει αυτόν τον βίο, με γκροτέσκ επιγραφές στην άσφαλτο.

________________________________

¹| Η φράση «και οι νεκροί πολιτεύονται» που βρίσκει κανείς σαν κατακλείδα μέσα στο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Η κηδεία του Πολυνείκη», ανήκει στον εκδότη Μιχάλη Πρωτοψάλτη (Ο Κόκκορας που Λαλεί στο Σκοτάδι, Βιβλιοπέλαγος) και ειπώθηκε σε κουβέντα, σε μια από τις τελευταίες συναντήσεις του ποιητή Ελ Σαέρ με τον Πρωτοψάλτη.  

 

 

El Saer_

Facebook Comments

Αναζήτηση

Σχετικά Άρθρα

Italo Zetti

Italo Zetti

(1913-1978)   ΤΗΣ BEATRICE MASTRODONATO   Ανακαλύπτοντας τον Italo Zetti είναι μια ευχαρίστηση από κάθε άποψη. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς χαράκτες στον προχωρημένο 20º αιώνα. Ο Ίταλο Ζέττι...

Γλώσσα Σελίδας:

  • Greek
  • English

Κοινωνική Ιστορία

Κοινωνική Ιστορία