Πρόσφατα

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

  «Καμιά μοναξιά δεν είναι μικρή» | Ολοκληρώθηκε με μεγάλη συμμετοχή ο τέταρτος Ελεύθερος Διαγωνισμός Φωτογραφίας #04 του περιοδικού Palinodiae με θέμα «Η Μοναξιά». Ευχαριστούμε όλους όσους συμμετείχαν και με τον τρόπο τους στήριξαν...
Αφιερώματα Show author Δημήτρης Τρωαδίτης

Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970)

Καίσαρ Εμμανουήλ - Palinodiae

Πλήρης Τίτλος:

Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970):
Νεορομαντικός και κοσμοπολίτης

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1902. Καταγόταν όμως από την Πάτρα. Ήταν δεύτερος εξάδελφος του ποιητή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moreas). Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στον Πόρο, το Δραγάτσι και τον Πειραιά, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά διέκοψε τις σπουδές του στο τελευταίο έτος για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Μετά την ολοκλήρωσή της αναγκάστηκε να εργαστεί, έτσι δεν αποφοίτησε παρά το 1938.

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 ως ένας υποσχόμενος νεορομαντικός ποιητής, στο ύφος του ήδη καταξιωμένου τότε Κώστα Ουράνη. Συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά “Μούσα”, “Κριτική και Τέχνη”, “Νέοι Βωμοί”, “Ελληνική Επιθεώρησις”, “Νέα Εστία”, “Λόγος”, “Κύκλος”, “Ρυθμός”, “Μπουκέτο”, “Οικογένεια”, “Αναγέννησις”, “Νέα Επιθεώρησις”, “Το Τρίτο Μάτι”, “Μακεδονικά Γράμματα” και άλλα.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο “Ο Παράφωνος Αυλός” και εκδόθηκε το 1929. Ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές, ενώ ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από ποιητικές, πεζογραφικές, θεατρικές και άλλες μεταφράσεις και διασκευές.

Η ποίηση του Εμμανουήλ τοποθετείται στο πλαίσιο της ελληνικής μεσοπολεμικής ποίησης, ειδικότερα στους νεώτερους ποιητές της γενιάς του ’20 (Αλέξανδρο Μπάρα, Γιάννη Σκαρίμπα, Ορέστη Λάσκο, Κώστα Ουράνη, Νίκο Καββαδία και άλλους) που ακολούθησαν εν μέρει τα χνάρια των Καρυωτάκη, Λαπαθιώτη, Φιλύρα, Άγρα κ.ά.

Ο Οδυσσέας Ελύτης τον εκτιμούσε πολύ και λέγεται ότι στα νεανικά του χρόνια αγαπούσε να μελετάει με ιδιαίτερη προσοχή την πρώτη ποιητική συλλογή του Εμμανουήλ “Ο παράφωνος αυλός“.

Ο Κώστας Στεργιόπουλος διακρίνει στο έργο του δυο φάσεις, την πρωιμότερη, που κυριαρχείται από στοιχεία νεορομαντισμού και κοσμοπολιτισμού (στα χνάρια του Κώστα Ουράνη) και τη δεύτερη, που σηματοδότησε το πέρασμά του στο συμβολιστικό ρεύμα και την καθαρή ποίηση των Baudelaire, Valery, Mallarme, αλλά και του Απόστολου Μελαχρινού.

 Το 1933 κυκλοφόρησε και η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία, το περίφημο “Μαραμπού“, με πρόλογο του Καίσαρα Εμμανουήλ, όπου γίνονταν αναφορές και αφιερώσεις και σε άλλους ποιητές: Νικήτα Ράντο, Απόστολο   Μελαχρινό και Κώστα Ουράνη.

Εκείνη ακριβώς την περίοδο της ζωής του, την απαισιόδοξη περίοδο της ζωής του, ο Καίσαρ Εμμανουήλ, μεταξύ άλλων, είχε προσπαθήσει το 1932 να μεταφράσει “Το κοράκι” (“The raven“), το πασίγνωστο ποίημα του 1845 του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που έχει αποτελέσει κατά καιρούς ιδιαίτερη πρόκληση για πολλούς ποιητές, όπως για παράδειγμα και για τον Κώστα Ουράνη, λίγα χρόνια ενωρίτερα. Ενδεικτικά, η πρώτη στροφή του ποιήματος από τη μετάφραση του Καίσαρα Εμμανουήλ έχει ως ακολούθως:

Κάποτε, ένα θλιμμένο μεσονύχτι,

καθώς, αδύνατος και κουρασμένος,

σ΄ ένα σοφό βιβλίο ήμουνα σκυμμένος,

απ’ όλους τώρα χρόνια ξεχασμένο,

καθώς, βαρύ απ΄ τον ύπνο, το κεφάλι

ελίκνιζα, άκουσα άξαφνα ένα κτύπο,

σαν κάποιος να χτυπούσε, να χτυπούσε,

την πόρτα, σιγανά, της κάμαρας μου.

«Κανένας επισκέπτης, δίχως άλλο,

θα ‘ναι αυτός που χτυπά την πόρτα μου» είπα.

«Αυτό, μονάχα αυτό, και τίποτα άλλο.

Η μετάφραση αυτή του Εμμανουήλ είναι μία από τις καλύτερες γι’ αυτό το ποίημα και φαίνεται ότι το προσέγγισε με ιδιαίτερη προσοχή. Η επιρροή που είχε η δουλειά του αυτή στον ίδιο και στην ψυχολογία του, και την οποία υπαινίσσεται μάλλον ο Καββαδίας στη δεύτερη στροφή του ποιήματός του με τίτλο “Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ” , όπου περιγράφει ένα κοράκι να σκεπάζει τα χαρτιά του Καίσαρα, φαίνεται και σε κάποια από τα ποιήματα του Εμμανουήλ:

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.

Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,

κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,

και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

 

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι,

που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·

να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,

προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

 

Κάτι που θα ‘κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,

που αβρές μαθήτριες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,

χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν

με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

 

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.

Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτείτε… Εγώ.

Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…

Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.

 

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.

Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,

τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,

κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

 

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,

οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες

κι εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα

σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

 

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε

παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,

για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,

για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

 

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,

τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε

και τα καράβια αθέατα θα τ’ ακούγαμε,

περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

 

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,

κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·

εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,

κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

 

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,

–μια γριά σ’ ένα πολύβοο καφενείο–

μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,

κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

 

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια

στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει

γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,

θα δείτε – ίσως – τη Γκρέτα να επιστρέψει.

 

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,

κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,

δε θα ‘ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,

ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

 

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,

λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,

που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,

γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

 

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ‘τανε,

τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.

Κι όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,

για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Η ιστορία πίσω από το ποίημα είναι αυτή που κάνει ίσως τα περί ενικού και πληθυντικού να έχουν αξία. Είχε τότε κυκλοφορήσει μία φήμη σχετικά με αυτό το ποίημα που ήθελε τον Καββαδία να το έγραψε για κάποιο νεαρό ποιητή ονόματι Καίσαρα, ο οποίος αυτοκτόνησε μια μέρα στο γραφείο του ανάμεσα σε σωρούς από βιβλία και χαρτιά, έχοντας αφήσει ως τελευταίο του σημείωμα τη φράση: “Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…

Η πραγματικότητα, όμως,  είναι κάπως διαφορετική: όπως είπαμε, ο τίτλος του ποιήματος είναι “Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ” και ο Καββαδίας το έγραψε πράγματι το 1932 για το νεαρό, τότε, ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ, ο οποίος, όμως, βέβαια, ποτέ δεν αυτοκτόνησε. Το ποίημα θεωρείται ότι είναι όντως απάντηση σε εκείνη τη φράση του Εμμανουήλ, η οποία πάντως μάλλον δεν συναντάται σε κάποιο ποίημα κάποιας από τις 4 ποιητικές του συλλογές, επομένως εικάζεται ότι μπορεί να αφορούσε κάτι που είχε κυκλοφορήσει σε λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής. Εξάλλου, λέγεται ότι ο Καββαδίας είχε υπόψη του την περίοδο κατάθλιψης που φαίνεται ότι διήγε ο Εμμανουήλ τότε. Σε εκείνη την περίοδο της κατάθλιψής του, θεωρείται ότι αντιστοιχεί και μία αφιέρωση σ’ αυτόν από τον Αναστάσιο Δρίβα: “Ούτε κι απόψε βρήκαμε τη γεύση και το χρώμα / και το βαθύ γαρύφαλλο του κάκου θα μαδήσει / στα φλογερά σου δάχτυλα σα νέφος μες στη δύση.”

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ άνοιξε φροντιστήριο στο Νέο Φάληρο και το 1928 διορίστηκε μεταφραστής (μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά) στην ασφαλιστική εταιρεία Αθηναϊκή, όπου παρέμεινε για δέκα περίπου χρόνια. Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο δίδαξε σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια για εικοσιπέντε περίπου χρόνια.

Από το 1937 ώς το 1940 συνεργάστηκε με τη ρουμανική εφημερίδα “Le Moment” ως γαλλόφωνος φιλολογικός ανταποκριτής. Μετά το 1953 εργάστηκε στην εκπαίδευση στην Κύπρο και την Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια, Κάιρο και Ισμαηλία).

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα αφοσιώθηκε στις λογοτεχνικές μεταφράσεις και διασκευές ώς το τέλος της ζωής του.

Ο Καίσαρας Εμμανουήλ, ο ποιητής αυτός που κάπνιζε τσιγάρα “Κάμελ“, πέθανε το 1970, στα 68 του χρόνια, από ζάχαρο, σε δημοτικό νοσοκομείο της Αθήνας.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Καίσαρα Εμμανουήλ υπάρχουν τα:

Γιαλουράκης Μανώλης, «Εμμανουήλ Καίσαρ», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.,

– Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Καίσαρ Εμμανουήλ», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία – Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.436-439. Αθήνα, Σοκόλης, 1980,

– Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο Καίσαρ Εμμανουήλ και η έκδοση των Ποιημάτων του»,

– Καίσαρ Εμμανουήλ, Ποιήματα · επιμέλεια Κώστα Στεργιόπουλου, σ.13-20. Αθήνα, Πρόσπερος, 1980 και

– χ.σ., «Εμμανουήλ Καίσαρ», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ι. Ποίηση

• Ο παράφωνος αυλός. Αθήνα, Α.Ι.Ράλλης, 1929

• Δώδεκα σκυθρωπές μάσκες. Αθήνα, Μαυρίδης, 1931

• Η δυναστεία των χιμαιρών, 1940

• Stillae sanguinis. Αθήνα, 1951

 

ΙΙ. Μεταφράσεις

Edgar Allan Poe, Το κοράκι, 1932

• Paul Valery, Ομιλεί ο Νάρκισσος και άλλα ποιήματα, 1933

• Stephan Mallarme, Η Ηρωδιάς, 1936

• Stephan Mallarme, Το απόγευμα ενός φαύνου, 1938

• Stephan Mallarme, Ίγκιτουρ ή η παραφροσύνη του Ελμπενόν· Μεταφραστής Καίσαρ Εμμανουήλ. Έκδοση του περιοδικου “Ποιητική Τέχνη”, 1949

• Arthur Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι, 1947

 

ΙΙΙ. Συγκεντρωτικές εκδόσεις

• Ποιήματα · επιμέλεια: Κώστα Στεργιόπουλου. Αθήνα, Πρόσπερος, 1980

• Μεταφράσεις · επιμέλεια: Τάσου Κόρφη. Αθήνα, Πρόσπερος, 1981.

ΔΕΙΓΜΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Το Γαλάζιο Kιόσκι

 

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι. 

Γύρω απ’αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι

τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι

δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ωριμασμένους ήλιους.

 

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,

βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,

που επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου

αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

 

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη

παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,

καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη

στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

 

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα

θρυμματισμένη απ’τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,

όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,

περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’την αιφνίδια

μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,

που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους

επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

 

Δυο Kαρδιές Hλεκτρισμένες σ’ ένα Tραίνο…

 

Το πρωί, μέσα στο τραίνο, όπως τη θέση μου

–την ίδια πάντα- παίρνω απέναντί σας,

τ’ ωραίο, λιτό κεφάλι μού προσφέρετε

σα φρούτο σε κρυστάλλινη φρουτιέρα…

 

Μπροστά σας ένα απλό παιδάκι γίνομαι

που, ορθό σε μια προθήκη φωτισμένη,

νιώθει η καρδιά του απόκρυφα να δένεται

μ’ ένα λαμπρό, γαλάζιο παιχνιδάκι…

 

Χρόνια με το ίδιο τραίνο ταξιδεύουμε,

λικνίζοντας τ’ απίθανα όνειρά μας:

στο ερωτικό, τ’ αμφίβολο ταξίδι μας,

ω, ας μένουμε κι οι δυο μας πάντα ξένοι!

 

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα]

 

Ε.Τ.

 

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη

για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

 

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει

στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,

λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,

επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

 

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.

μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

 

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,

για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,

για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων.

 

Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας     

 

Στου ερημικού του πνεύματος τους σκοτεινούς διαδρόμους

άνασσα ωχρή, λυσίκομη, περιδιαβάζει η Τρέλα.

 

Απ’ το ραβδί της τραγικά κρουσμένη η ωχρή του σκέψη,

σ’ έρημα εστοίχειωσε νησιά με ρόδα ωραία που χύναν

τον πορφυρό τους λήθαργο στην έρημη ψυχή του.

σε πύργους, διάγλυφα όνειρα, όπου η πικρή του ρέμβη,

χρυσή τολύπη, επύκνωσε κάτω από τ’ άστρινα άλση.

 

Της Βαυαρίας τον άρρωστο ονειρεύομαι ηγεμόνα,

μόνο και ξένο στο «Νησί των ρόδων» κάποια νύχτα.

 

Σιωπή. Σε τάφους πορφυρούς που έξαλλα ρόδα ανοίγουν

κάτω απ’ τα ράμφη τα χαλκά μιας μυστικής σελήνης,

θα ξεφυλλίζει ο βασιλιάς τις σκοτεινές του σκέψεις.

 

Άθυμος, αυτεξόριστος και χαοτικός θα νιώθει

μια νύχτα ασφάλτινη στυγνά το νου του να κυκλώνει.

 

Κι ενώ στ’ αυτοκρατορικά θα τρέμει δάχτυλά του

γυμνή ενός ρόδου περσικού η ερεθισμένη σάρκα,

η ερωτική, αστροκέντητη της Ελισάβετ μνήμη

γλυκά θ’ αυγάζει το θολό κι αβυσσαλέο του πνεύμα,

και τ’ όνομά της, μουσικό θρόισμα, θα σβει στο βάθος

της υπνωμένης πολιτείας των εξορίστων ρόδων.

Ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημά του, με μια περίεργη γοτθική ατμόσφαιρα, έχει τίτλο “Νυχτερινή φαντασίωση“. Το παραπάνω ποίημα αποτελεί ίσως ένα από τα ελάχιστα δείγματα ελληνικής γοτθικής ποίησης. Το ποίημα αυτό, βέβαια, δεν είναι καθόλου ενδεικτικό του ύφους του. Αντίθετα, μάλιστα, αν ανατρέξει κανείς σε ποιήματά του θα εντοπίσει περισσότερες ομοιότητες με την ποίηση του Ουράνη, του Καβάφη ή και του Καββαδία, παρά με τη σκούρα ποίηση του Πόε.

Νυχτερινή φαντασίωση

 

Νύχθ’ υπό λυγαίαν

ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

 

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!

Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,

ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν

πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

 

Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.

Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,

            ο Χάρος,

μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη

από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.

Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,

βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,

να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο

πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

 

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες

κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό

            εμηνύσαν

πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,

καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

 

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα

μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:

πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,

καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

 

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης

οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

 

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,

λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα

            άνθη.

 

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη

κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,

και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,

στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

 

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:

Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,

δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του

στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

 

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι

(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)

Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,

αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

 

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.

Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,

κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–

μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

 

Ομιλεί ένας Παρακμασμένος Nέος      

 

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη

σ’ ενός λατινικού ναού τα βάθη.

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε,

για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει…

 

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε

που τους ξανθούς εφήβους θ’ αγαπούσε.

μιαν ώρα πυρετού θε να σχεδιάστηκε,

για τούτο ηδονική είναι η έκφρασή της.

 

το πρόσωπο λευκό, γλυκό ως το πρόσωπο

παθητικού ερωμένου με φεγγάρι.

τα μάτια έχουν μια μέθη ως να τα λίγωσε

το άρωμα ενός μπουκέτου από βιολέτες.

 

Τα χείλη, ατόφια λάκα, ως να μαρτύρησαν

σκληρά απ’ τη βία φιλιών ευωδιασμένων.

Η κόμη –θημωνιά σε δύση ολόχρυση–

σαν από χάδια εράσμια ταραγμένη.

 

Τώρα είναι χρόνια πια που λησμονήθηκε

και πέφτει της το χρώμα λέπια-λέπια,

τα μάτια όμως ακόμα που απομένουνε

δείχνουνε τη χρυσή, σβησμένη ακμή της.

 

κι εκεί που τα θωρείς, γλυκά κι ασάλευτα,

μέσα στη σιωπηλή εγκατάλειψή τους,

ωραία, για τη μοιραία φθορά τους, άξαφνα,

μαντεύεις μια βροχή μενεξεδένια…

 

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη

σ’ ενός λατινικού ναού τα βάθη.

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε,

για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει…

 

 (Από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)

*Πληροφορίες αντλήθηκαν από: πηγή1, πηγή2.

Facebook Comments

Αναζήτηση

Σχετικά Άρθρα

Italo Zetti

Italo Zetti

(1913-1978)   ΤΗΣ BEATRICE MASTRODONATO   Ανακαλύπτοντας τον Italo Zetti είναι μια ευχαρίστηση από κάθε άποψη. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς χαράκτες στον προχωρημένο 20º αιώνα. Ο Ίταλο Ζέττι...

Γλώσσα Σελίδας:

  • Greek
  • English

Κοινωνική Ιστορία

Κοινωνική Ιστορία