Πρόσφατα

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

Νικήτριες Φωτογραφίες του Διαγωνισμού #04 με θέμα «Η μοναξιά»

  «Καμιά μοναξιά δεν είναι μικρή» | Ολοκληρώθηκε με μεγάλη συμμετοχή ο τέταρτος Ελεύθερος Διαγωνισμός Φωτογραφίας #04 του περιοδικού Palinodiae με θέμα «Η Μοναξιά». Ευχαριστούμε όλους όσους συμμετείχαν και με τον τρόπο τους στήριξαν...
Αφιερώματα Show author Palinodiae

ΣΑΝΤΙΑΓΟ ΣΤΑΝΙΑΡΟ

Ο αναρχικός ζωγράφος & ποιητής
της Λα Μπόκα

100 χρόνια από τoν θάνατο του
(23/04/1888 – 14/02/1918)

 

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΦΟΥΡΟΥ

santiago stagnaro _ palinodiae

«ένας εστέτ […] ένας ακτιβιστής […] ανέλαβε σημαίνοντα ρόλο στον τρόπο ζωής των χειρονακτικής εργασίας εργατών της Λα Μπόκα»

Bucich

palinodiae

O Σαντιάγο Στανιάρο (Santiago Stagnaro) γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο, πρωτεύουσα της Ουρουγουάης, στις 23 Απρίλη του 1888, και πέθανε στις 14 Φλεβάρη του 1918 στο Μπουένος Άιρες, πρωτεύουσα της Αργεντινής.

Σε μικρή ηλικία, εγκαθίσταται με την οικογένεια του στη συνοικία Λα Μπόκα του Μπουένος Άιρες, όπου και ζει μέχρι λίγο πριν τα 30 του χρόνια. Εκεί εργάζεται ως εργάτης, εκπαιδευτικός, αλλά και δημοσιογράφος. Ο ίδιος ασχολείται ακόμα με την γλυπτική και την μουσική, ενώ γίνεται από νωρίς ενεργός αναρχικός. Από μικρή ηλικία έδειξε τις καλλιτεχνικές του τάσεις όπως και την τάση του στα αναρχικά ρεύματα. Ασχολήθηκε εκτεταμένα με τις πλαστικές τέχνες, και μέσα στον σύντομο βίο του, καθιερώθηκε σαν ζωγράφος.

Ανάμεσα στα αδέλφια του Σαντιάγο, ο Ορλάντο (Orlando Stagnaro) υπήρξε επίσης καλλιτέχνης. Ο Ορλάντο γεννήθηκε το 1895, όταν είχαν ήδη μετακομίσει οικογενειακά στο Μπουένος Άιρες. Αφιερώθηκε κι εκείνος από πολύ μικρός στην γλυπτική και υπήρξε αυτοδίδακτος μέσα στους ίδιους κύκλους της Λα Μπόκα με τον Σαντιάγο. Ειδικεύτηκε στο πορτραίτο, κάνοντας καριέρα και πεθαίνοντας στα 82 του χρόνια, στο Μπουένος Άιρες.

Ο Σαντιάγο μαζί με τον αδερφό του, και κυρίως τους ομότεχνους του Χουάν Φιλιμπέρτο (Huan de Dios Filiberto) και Κινκουέλα Μαρτίν (Benito Quinquela Martin), σχηματίζουν άτυπα το άντρο των καλλιτεχνών της «La vuelta de Rocha» – γειτονιά του λιμανιού της Λα Μπόκα, που παλιά ονομαζόταν «το λιμάνι των Τάκος» και θεωρείται ανεπίσημα η πρώτη έδρα του Μπουένος Άιρες. Εκείνοι οι δύο φίλοι είναι που κατά τη διάρκεια των νεανικών χρόνων θα βοηθήσουν τον Σαντιάγο με την οικονομική τους υποστήριξη.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Λα Μπόκα (La Boca) όπως και η γειτονική Μπαρράκας (Barracas), ήταν συνοικίες που κατοικήθηκαν απ’ την εργατική τάξη. Μέσα σε αυτά τα πλήθη εργατών, σχηματίστηκαν τέτοιες άτυπες σχολές — όπως αυτή της Μπαρράκας και της La vuelta de Rocha.

La Vuelta de Rocha, 1915

Κοινό γνώρισμα όλων, η εξοικείωση με τις Αναρχικές Ιδέες του νέου αιώνα, τη κυρίαρχη ιδεολογία της εργατικής τάξης. Ο Τολστόι και κυρίως κείμενα του Κροπότκιν, ξεπηδούν σε κύρια κεφάλαια εφημερίδων και περιοδικών μικρού κόστους. Ο Σαντιάγο μοιράζεται έργα και γνώσεις περί τεχνών στους εργάτες της Ένωσης Λεβητοποιών της Λα Μπόκα.

ΛΑ MΠΟΚΑ | Η Λα Μπόκα, η συνοικία του Μπουένος Άιρες που κατέφθασε με την οικογένεια του ο Σαντιάγο Στανιάρο, αντλεί το όνομα της απ’ τον Γενοβέζικο συνοικισμό Boccadasse – μία παλιά γειτονιά ναυτικών της πόλης Γένοβας, της Ιταλίας. Στην πραγματικότητα είναι ένας απ’ τους 48 συνοικισμούς, ωστόσο αυτό δεν αναγνωρίζεται· μία παραλιακή γειτονιά που βρίσκεται κοντά στο παλιό λιμάνι του Μπουένος Άιρες, στα νοτιανατολικά.

Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, η Λα Μπόκα έχει σχηματίσει ένα ισχυρό προπύργιο πολιτιστικής δραστηριότητας. Εκδόσεις όπως το «El Ancla» (1865), το «Eco de La Boca» (1888), το «El Bohemio» (1892), το «Cristoforo Colombo» (1892), το «Progreso» (1896) και το «La Unión» (1899) δίνουν στο ποικίλο φάσμα του πολιτισμικού ενδιαφέροντος και των ιδεολογικών τάσεων, την εικόνα μιας κοινωνίας απόλυτα διαμορφωμένης.

Από παλιά η γειτονιά διαθέτει μεγάλο αριθμό τοπικών ιδρυμάτων που συνδέονται με τον αμοιβαίο και τον πολιτιστικό τομέα. Το φαινόμενο αυτό θα συνδεόταν με τη μεταναστευτική δυναμική, στην οποία τα οικογενειακά και κοινωνικά δίκτυα έχουν μεγάλη σημασία στην υποδοχή ενός μετανάστη και την ένταξή του στο νέο έδαφος. Η Κοινωνική Πρόνοια της Λα Μπόκα που ιδρύεται το 1875, είναι μία σαφής έκφραση αλληλεγγύης προς τον γείτονα, προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης όλων.

Το 1882 μετά από μία μεγάλης διάρκειας γενική απεργία, η Λα Μπόκα αποχώρισε από το κράτος της Αργεντινής. Έκτοτε και μέχρι τώρα, έχει ανά καιρούς καταδείξει πως πέρα από μία φτωχή συνοικία με ένα διάσημο ποδοσφαιρικό κλάμπ, αποτελεί έναν μικρό πυρήνα ριζοσπαστικής πολιτικής. Το 1908 ριζοσπάστες προλετάριοι υπέγραψαν το «Μανιφέστο της Λιμενικής Απεργίας» το οποίο κατάφερε την καθιέρωση της οκτάωρης εργασίας και τη μείωση του ανωτάτου βάρους του σάκου με άνθρακα, στα 70 κιλά.

Benito Quinquela Martín

Benito Quinquela Martín

ΑΠΑΡΧΗ | Σε έναν απ’ τους πολυάριθμους πολιτιστικούς συλλόγους που ιδρύθηκαν από Ιταλούς στο Boquense εμφανίζεται ένας ξεχωριστός δάσκαλος· ένας ζωγράφος ο οποίος δίνει όλα τα φόντα του εκτός από τα απαραίτητα εργαλεία, στους εκκολαπτόμενους της Λα Μπόκα, προκειμένου να μπορέσουν να αναπτύξουν ένα έργο με δικό του αυτόνομο χαρακτήρα.

Αυτός είναι ο Αλφρέντο Λάτσαρι (Alfredo Lazzari, 1871-1949). Ο Αλφρέντο, γεννημένος στην επαρχία Λούκκα (Lucca) ξεκινά την καλλιτεχνική του κατάρτιση στην Ακαδημία του Reino στη γενέτειρά του και συνεχίζει στη Φλωρεντία και τη Ρώμη, συμπληρώνοντας τις σπουδές του με τη λογοτεχνία και τις κλασικές γλώσσες. Φτάνει από την Τοσκάνη στο Μπουένος Άιρες στην ηλικία των 26, έχοντας αρχικά προσληφθεί για την κατασκευή βιτρό παραθύρων στη πόλη Λα Πλάτα. Παρόλο που δεν ευδοκίμησε να εργαστεί τελικά πάνω σε αυτό το κομμάτι, εγκαθίσταται στο Μπαρράκας (συνοικία με δυτικό σύνορο την Λα Μπόκα) και από το 1903 αρχίζει να διδάσκει στο Union Society της Λα Μπόκα.

Ο Αλφρέντο αν και έχει ακαδημαϊκές γνώσεις, δουλεύει σαν εικαστικός ξύλινων καλυμμάτων κουτιών για πούρα, και άλλες παρόμοιες μικροδουλειές. Μία ολοκληρωτική έμπνευση του Αλφρέντο, παρατηρώντας τη φτώχεια των προαστίων, τα παράκτια παραπήγματα και τους εσωτερικούς τους χώρους, θα ανακλαστεί σε κάθε ζωγράφο που θα έρθει σε επαφή. Έχοντας επηρεαστεί βαθιά από την ιταλική τοπιογραφία των ζωγράφων της Φλωρεντίας – που έδιναν σημασία περισσότερο στα χρώματα που μοιράζονταν και έμπλεκαν μεταξύ τους πάνω στον πίνακα, πατώντας και τα αρχικά περιγράμματα, παρά τη λεπτομέρεια του σχεδίου – ο Αλφρέντο θα εφεύρισκε τους «μακιαγιόλι» της Λα Μπόκα.

Ο Σαντιάγο Στανιάρο γνωρίζει τον Αλφρέντο, αναγνωρίζοντας αρχικά ότι έχουν αρκετά κοινά μεταξύ τους. Μετανάστες κι οι δυο σε μία νέα πατρίδα, θεωρούσαν ότι η παιδαγωγική δράση είναι μία θερμοκοιτίδα όχι μόνο για την καλλιτεχνική ανάπτυξη της κοινότητας αλλά και για τα κριτήρια πάνω στις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης. Ο Σαντιάγο θα παρακολουθήσει τα μαθήματα ζωγραφικής που δίδασκε ο Αλφρέντο, απ’ όπου λαμβάνει και τα απαραίτητα μόνο εργαλεία με τα οποία θα πρέπει να αναδείξει κάτι σημαντικό.

Ο Σαντιάγο εξέφρασε από πολύ μικρός την αντίληψη ότι η παραγωγή της τέχνης (πρέπει να) έχει σκοπό τη ρήξη με ό,τι υπονομεύει τον άνθρωπο, αλλά και πως αυτή (η παραγωγή), θα πρέπει να συνοδεύεται από μία πραγματιστική στάση ζωής. Ο ίδιος μεγάλωσε σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, σε σημείο να χαρίζει τα γεύματά του στον πολύ μικρότερο αδερφό.

Σύμφωνα με δηλώσεις του μικρότερου αδερφού του, Ορλάντο:

«Ζούσαμε στη πυκνοκατοικημένη γειτονιά της Λα Μπόκα, στην οδό «Zárate 375» (σήμερα «Carlos F. Melo») η οικογένειά μας αποτελούταν από τη μητέρα μου, δύο αδελφούς και τρεις αδελφές. Είχαμε χάσει τον πατέρα μας όταν δεν ήμουν ούτε ενός ετών […] ένας στενός φίλος του αδερφού μου, ο Benito Quinquela Martín, μου έδωσε μικρά πακέτα για ρόφημα τσάι (μάτε), ζάχαρη, ζυμαρικά και άλλα τρόφιμα που θα βοηθούσαν να συμπληρώσουμε τα στοιχειώδη μας ημερήσια γεύματα […] ζούσαμε στην απόλυτη φτώχεια και ο Σαντιάγο, εφτά χρόνια μεγαλύτερός μου, είχε ήδη δείξει σημεία του πάθους του για τις τέχνες.»

Την εποχή εκείνη, ο Σαντιάγο πραγματοποιεί οργανωμένες εκδρομές στις όχθες του Riachuelo και Isla Maciel, μαζί με τον Αλφρέντο και άλλους όπως: Fortunato Lacámera, Benito Quinquela Martín, Juan de Dios Filiberto, Santiago Stagnaro, Arturo Maresca, Camilo Mandelli και Vicente Vento. Διαλέγουν σημεία και ασκούνται στη ζωγραφική και στο φυσικό τοπίο. Παγιώνουν τις Κυριακές σαν μόνιμη ημέρα εκδρομής για ζωγραφική, ενώ αρχίζουν συναντήσεις στις οποίες μία είδους διαδραστική διδασκαλία αρχίζει να ανατρέπει όλες τις γνωστές τους μεθόδους μάθησης. Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο όταν άρχισαν να συναντιούνται για αυτό: σε εναλλακτικούς χώρους, μπαρ, καφέ, μέχρι και κομμωτήρια.

RAIGONES, 1915

Μία νέα κουλτούρα αντίρροπη της κυρίαρχης (Ακαδημίας), είχε δημιουργήσει τους δικούς της χώρους. Μία απ’ αυτές τις πολιτικές και καλλιτεχνικές εστίες της Λα Μπόκα ήταν το κομμωτήριο του Νούνσιο Νουσιφόρο (Nuncio Nuciforo) στην οδό Ολαβάρια. Ο Σαντιάγο υπήρξε θαμώνας στο στέκι αυτό, του οποίου βασικά θέματα συζήτησης ήταν οι πλαστικές τέχνες και ο πολιτικός ακτιβισμός. Ο σχεδόν συνομίλικος φίλος του Σαντιάγο, Κινκουέλα Μαρτίν, που είχε δημιουργήσει κι ένα μικρό καλλιτεχνικό εργαστήρι στην κορυφή του ανθρακωρυχείου, τους διάβαζε εκεί Νίτσε, Ντοστογιέφσκι και Γάλλους ποιητές.

ΣΚΟΠΟΣ | Σκοπός όλων ήταν η ανάδειξη χρωματικών σχέσεων, και το συναίσθημα, και αποτέλεσμα οι μεταϊμπρεσιονιστικοί πίνακες μιας ομάδας ανθρώπων που – έχοντας κοινά ερεθίσματα και επιρροές – προσπαθούσαν να εκφραστούν περισσότερο συναισθηματικά, δοκιμάζοντας ο καθένας τις εξεζητημένες ζωγραφικές φόρμες και αντλώντας από τις δικές τους ευαισθησίες. Όλη αυτή η ομήγυρη δεν θα φτιάξει ποτέ κάποια επίσημη «σχολή», καθώς εκτός της θεματικής, δεν υπάρχει κοινή αισθητική στο σύνολο του έργου και κυρίως επειδή ιστορικά υπάρχουν διαφορετικές καταβολές και διαδρομές. Αυτή η μάζωξη από συγγραφείς, ζωγράφους και γλύπτες όμως, προσπάθησε να αφουγκραστεί την ίδια ατμόσφαιρα και να δημιουργήσει από κοινού μία εικόνα που να ανταποκρίνεται σε αυτήν και τον χαρακτήρα τους. «οι Καλλιτέχνες της Λα Μπόκα» έχουν το χαρακτηριστικό του UNDERGROUND της εποχής, που τους διαχωρίζει από τους υπόλοιπους καλλιτεχνικούς κύκλους και ταυτόχρονα τους ανταμείβει  η ιστορία με τα λαϊκά εγκώμια της αυθεντικότητας.

Παρ’ όλ’ αυτά συμμετέχουν πολύ ενεργά στον εκσυγχρονισμό των πλαστικών τεχνών της Αργεντινής, εν γένει. Η Λα Μπόκα, στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου γίνεται ένα σημείο πολλά υποσχόμενο για νέα καλλιτεχνικά ρεύματα καθώς η μετανάστευση την μετατρέπει σε ένα κομβικό σημείο συνάντησης, ανθρώπων της εργατικής τάξης, που μοιράζονται εκτός απ’ την κοινή τους καλλιτεχνική ανησυχία, και τους προβληματισμούς τους για τον εργασιακό τομέα, τις αμοιβαίες ανησυχίες του εργαζομένου.

**

ΕΡΓΟ | Το 1910 ο Σαντιάγο ανάμεσα σε 30 περίπου ομότεχνούς του, συμμετέχει στην επετειακή έκθεση που διοργανώνεται για τα 25 χρόνια ύπαρξης του πολιτιστικού κέντρου «Sociedad Ligure de mutuo Socorro». Το 1914, μαζί με κάποιους απ’ αυτόν τον πυρήνα που είχαν απορριφθεί από το Σαλόν, διοργάνωσαν την «Έκθεση των Εναγόμενων» η οποία πραγματοποιήθηκε σε χώρο καλλιτεχνικής κοοπερατίβας.

Figura, 1911

Το 1917, ο Σαντιάγο συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση της «Εθνικής Εταιρείας Καλλιτεχνών, Ζωγράφων & Γλυπτών». Οργανωμένη σαν μία «ένωση εργαζομένων του μπλε» (της χειρονακτικής, δηλαδή, εργασίας), η ΕΕΚΖΓ¹ συγκροτείται μέσω μιας συνέλευσης και ενός εκτελεστικού συμβουλίου. Ο Σαντιάγο καθιερώνει απ’ τα καταστατικά της το εξής: «Τήρηση των αρχών της Δικαιοσύνης και επιδίωξη των συλλογικών συμφερόντων των καλλιτεχνών σε όλες τις μορφές τους». Ο ζωγράφος Φάθιο (Guillermo Facio Hebequer, 1889-1935) συμμετέχει ενεργά στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο της.

Την ίδια χρονιά ο Σαντιάγο γίνεται αρχισυντάκτης της εφημερίδας «La Opinión» ενώ συνεργάζεται και με διάφορες άλλες ανεξάρτητες εκδόσεις, περιοδικά, όπως το επιστημονικό και καλλιτεχνικό περιοδικό «Azul». Διδάσκει επίσης στο σχολείο «Fray Justo Santa María de Oro» ενώ είναι και ο πρώτος πρόεδρος του Αργεντίνικου Σωματείου Πλαστικών Τεχνών – ΑΣΠΤ, που ιδρύθηκε το 1917. Την επόμενη χρονιά, η ίδια ένωση αυτών των «εικαστικών εργαζομένων» θα ιδρύσει το «Ανεξάρτητο Σαλόν χωρίς κριτικές & βραβεία»² έναν τίτλο που έρχεται σε δημόσια σύγκρουση με τις επίσημες καλλιτεχνικές αναγνωρίσεις, ειδικά από την Εθνική Ακαδημία Καλών Τεχνών και το Διεθνές Σαλόν.

¹SNAPE (=Sociedad Nacional de Artistas, Pintores y Escultores)
²Salón de Independientes Sin Jurados y Sin Premios

santiago

ΠΟΙΗΣΗ & ΜΟΥΣΙΚΗ | Κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, ο Σαντιάγο βιώνει εκτός από την ακραία φτώχεια και την αδυναμία κατανόησης τρίτων πάνω στις αντιλήψεις των ιδεών του. Σαν παιδί μοιράζεται μια στενή φιλία με τον Juan de Dios Filiberto και τον Benito Quinquela Martín, στους οποίους εξομολογεί τα πάθη του. Ο Μπενίτο τον θυμάται σαν έναν άνθρωπο με ισχυρό χαρακτήρα, τον οποίο το φιλάσθενο φυσικό περιβάλλον του δεν μπορούσε να υποστηρίξει.

«[…] Έζησε σε ένα πολύ σκληρό περιβάλλον. Όπως και ο Φιλιμπέρτο, πάνω στον οποίο είχε ισχυρή επιρροή, συμμετείχε σε αναρχικές δράσεις και εκτός από την ακούραστη δραστηριότητα του για την αναρχική ιδέα, είχε και πολλά ενδιαφέροντα: όπως τη ζωγραφική, την γλυπτική και την ποίηση που τον προσέλκυσε επίσης σημαντικά· ακόμα και τη μουσική. Ήταν αυτός που επέστησε προσεκτικά τα πλήκτρα πιάνου όπου εγώ πρωτοάκουσα τις ασκήσεις του Φιλιμπέρτο […]»

Ο Φιλιμπέρτο σχημάτισε το 1908 μία μπάντα που την ονόμασε «Orfeon del Futuro» η οποία έπαιζε αυθόρμητες σερενάτες που περιείχαν γνωστά αναρχικά τραγούδια, και φανταστικούς αναρχικούς ύμνους του Σαντιάγο. Ένας άλλος μουσικός, ο Θέσαρ Στιατέσι (Cesar Stiattesi, 1881-1934), σπουδαίος βιολίστας και μουσικός συνθέτης που από το 1910 αφιερώθηκε αποκλειστικά στη διδασκαλία της μουσικής, κι έχοντας ο ίδιος δοκιμάσει να ζωγραφίσει το προλεταριακό τοπίο του λιμανιού της Λα Μπόκα, θα συνεργαστεί με τον Σαντιάγο συνθέτοντας ένα μουσικό θέμα που θα ονομαστεί «Νοσταλγία» και θα βασιστεί αποκλειστικά σε ποίηση του Σαντιάγο. Αργότερα, θα προσπαθήσει εν πολλοίς να καταπιαστεί και ο ίδιος ο Σαντιάγο με παρόμοιες συνθέσεις.

PARTITURA ''NOSTALGIA'', (poesía de Santiago Stagnaro y música de Cesar Stiattesi)

Ζωγραφική | Κολομπίνες και μπερδεμένα πόδια, χορευτές και εργάτες, πολύχρωμα μοτίβα και η σκιά του θανάτου.

Ανάμεσα στα πιο διαδεδομένα έργα του είναι «το Τανγκό του Πιερότου», έργο με λάδι του 1913, στο οποίο ο Σαντιάγο δείχνει να εμποτίζει με το θέμα του καρναβαλιού, όπως και σε άλλα έργα του. Στο έργο του «Ιταλική Κομέντια ντελ άρτε» (κωμωδία της τέχνης) παρουσιάζει τη περσόνα ενός αρλεκίνου που φοράει ένα κοστούμι με λαμπρά χρωματιστούς ρόμβους, σε μια τυποποιημένη εκδοχή του πως θα ήταν κανείς με ρούχα γεμάτα μπαλώματα.

H διαμόρφωση των φιγούρων όπως τις δημιουργεί ο Σαντιάγο αντικατοπτρίζουν την αναζήτηση μιας πλαστικής αναπαράστασης της κίνησης, μέσω της χρήσης λεπτών γραμμών που φτιάχνουν χορευτικές φιγούρες των οποίων τα περιγράμματα συγχέονται και συγχωνεύονται μέσα σε έναν σαματά από κορεσμένα χρώματα. Ο Σαντιάγο έψαχνε να βγει τον δικό του εκφραστικό τρόπο πάνω στον καμβά, κυρίως πειραματίζοντας με το χρώμα και την φωτεινότητα. Προσπαθώντας να μεταδώσει τις ιδέες του αλλά κυρίως τον μυστήριο χαρακτήρα του σε κάποια δική του προσωπογραφία, κατάφερε να δημιουργήσει ένα έξοχο έργο που θα σφραγίσει την πεμπτουσία του σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο.

Pierrot tango, 1913

Η αυτοπροσωπογραφία που παγιώθηκε στον κόσμο ήταν εκείνη που έκανε το 1915 – τρία μόλις χρόνια πριν αφήσει τον υλικό κόσμο. Το έργο αυτό χωρίς αμφιβολία αντικατοπτρίζει μια επιβλητική παρουσία, έναν σκοτεινό καλλιτέχνη με έντονες αντιθέσεις, όπως σιγά σιγά θα υποφαίνονταν και στο ίδιο του το κορμί. Τοποθετώντας την φιγούρα του στο κέντρο της σύνθεσης, ο Σαντιάγο χρησιμοποιεί τις τεχνικές που ένας άλλος δύστροπος και ιδιόρρυθμος μεγάλος ζωγράφος του μπαρόκ χρησιμοποίησε έντονα, το tenebroso του Καραβάτζιο, αφήνοντας σχεδόν το μισό από το πρόσωπό του κρυμμένο κάτω από ένα πέπλο σκιών, ενώ μόνο το ήμισυ είναι ορατό και φωτεινό, κάτω από έναν συνδυασμό χαρακτηριστικών: απελπισμένου αρλεκίνου (μικρού διαβόλου) και επηρμένου εκδικητή.

palinodiae

Στις επιστολές που θα ανταλλάξει με τον φίλο του Χουάν Γκουάσταβίνο (Juan M. Guastavino) μπορούμε να δούμε τον ορμητικό Σαντιάγο που καταδείχνει η αυτοπροσωπογραφία του 1915. Γράφει ο Γκουασταβίνο, μέρος απ’ το «Σαντιάγο Στανιάρο, ο Άνθρωπος» του:

«[…] Σήμερα ονειρεύομαι τα ίδια με χθες. Το θάρρος μου με οδηγεί προς το δρόμο που άρχισα να ακολουθάω μόνος. Η φύση μου είναι ατίθαση και παρόλο που έχω αισθανθεί όλες αυτές τις δυστυχίες, κι ενώ τις έχω αιτιολογήσει, δεν έχω το απαιτούμενο θάρρος να αντιμετωπίσω ό,τι μου επιφυλάσσει να ‘ ρθει. Τα όνειρά μου για την Τέχνη καίγονται στο κάτω μέρος του κρανίου μου όπως η καρδιά ενός ηφαιστείου βράζει πριν εκραγεί. Η ψυχή μου αφουγκράζεται την ομορφιά της φόρμας σαν να την έχει αγγίξει η μεγαλοφυία των θεών και στις μοναχικές μου νύχτες, βλέπω την δική μου μαύρη σκιά, ένδοξη, να ξεχωρίζει στο άσπρο λευκό της σιλουέτας των επικείμενων αγαλμάτων μου· σολίστες που ξεμακραίνουν για να ανοίξει ο δρόμος για νέους που γεννιούνται από τον πνευματικό μου πυρετό […] »

ΤΕΛΟΣ | Πιστός στις αναρχικές ιδέες, ο Σαντιάγο Στανιάρο έζησε πεπεισμένος ότι η τέχνη ήταν σε θέση να βελτιώσει το πνεύμα του ανθρώπου εν γένει. Παρόλο που πολέμησε με απίστευτο σθένος κατά της ασθένειάς του, πέθανε από φυματίωση δύο μήνες πριν κλείσει τα τριάντα του χρόνια, στις 14 Φλεβάρη του 1918. Για το τρέχον έτος διοργανώνεται μία έκθεση στην Γκαλερί «Costa» ενώ δύο χρόνια μετά τον θάνατο του, το Εθνικό Μουσείο Καλών Τεχνών διοργανώνει έκθεση με το έργο του.

Λίγες μέρες πριν το θάνατό του, γράφει ένα ύστατο ποίημα.

Διαβάστε το ποίημα εδώ.

 

 

Το παρόν αφιέρωμα στον Santiago Stagnaro θα περιλαμβάνεται
στο Τεύχος #02 της σειράς «Φύλλα Τέχνης»
του περιοδικού Παλινωδίαι, Αυτοέκδοση 2018

 

Facebook Comments

Αναζήτηση

Σχετικά Άρθρα

Το γυμνό του Jules De Bruycker

Το γυμνό του Jules De Bruycker

ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΛΥΔΑΚΗ Τα γυμνά του Βέλγου ζωγράφου και χαράκτη Jules De Bruycker καλύπτουν την περίοδο της καλλιτεχνικής του ωρίμανσης, περίπου από το 1925 ως το 1940, όταν και αρχίζει...

Γλώσσα Σελίδας:

  • Greek
  • English

Κοινωνική Ιστορία

Κοινωνική Ιστορία